Ρίγη προκαλεί στην ευρωπαϊκή, αλλά και στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών η πρόταση της Κομισιόν για την αναθεώρηση των κανόνων κυβερνοασφάλειας (Cybersecurity Act II). Η πρόταση νόμου που ανακοινώθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2026, φέρνει μέτρα όπως είναι η ενίσχυση του οργανισμού ENISA, η δημιουργία πιστοποιήσεων σε όλα τα ψηφιακά προϊόντα και υπηρεσίες που αξιοποιούνται στον Ευρωπαϊκό χώρο και μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει και τη δημιουργία ενός αξιόπιστου πλαισίου ασφάλειας στην αλυσίδα εφοδιασμού προϊόντων τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής (ΤΠΕ).
Το τελευταίο για τους ανθρώπους της αγοράς σημαίνει ότι δημιουργείται άσπρη και μαύρη λίστα προμηθευτών προϊόντων ΤΠΕ στην Ενωμένη Ευρώπη. Μάλιστα αυτή η μαύρη λίστα που θα δημιουργηθεί δεν θ’ αφορά αποκλειστικά τους «κακούς» κινέζους κατασκευαστές, αλλά σε αυτές δεν αποκλείεται να ενταχθούν και άλλοι που παλαιότερα θεωρούνται σταθεροί σύμμαχοί της Ευρώπης. Το τελευταίο, όπως αναφέρουν οι άνθρωποι της αγοράς θα «σχηματοποιηθεί» περισσότερο σε ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο που ετοιμάζει η Κομισιόν με στόχο την παροχή υπηρεσιών cloud και δορυφορικών επικοινωνιών στην Ευρώπη.
Αναφορικά με το Cybersecurity Act II όμως, η μεγάλη αναταραχή προκλήθηκε στην αγορά κινητής τηλεφωνίας. Η νέα πρόταση νόμου (κανονισμού) για την κυβερνοασφάλεια προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση των προμηθευτών υψηλού κινδύνου από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας. Αυτό σημαίνει, όπως αναφέρει η Κομισιόν, ότι οι πάροχοι δεν θα μπορούν να αποκτούν εξοπλισμό και άλλες υπηρεσίες, αν αυτές δεν έχουν πιστοποιηθεί προηγουμένως από οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης τους προς τα πρότυπα που θέτει η Κομισιόν.
Ειδικότερα, στην έκθεση ανάλυσης επιπτώσεων της νέας νομοθεσίας, η Κομισιόν σημειώνει ότι οι πάροχοι τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (κυρίως κινητής 5G) θα πρέπει να προχωρήσουν στην αντικατάσταση του εξοπλισμού που δεν θα είναι πιστοποιημένος μέσα σε τρία χρόνια. Μάλιστα η διαδικασία αυτή θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το 2030. Στην ίδια έκθεση σημειώνεται ακόμη ότι ο εξοπλισμός που πρέπει ν’ αντικατασταθεί ανέρχεται σε αξία κοντά στα 18,5 δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία που παραθέτει η Έκθεση Ανάλυσης Επιπτώσεων δείχνουν ότι τα προαναφερόμενα ποσά αντιστοιχούν στο 32% έως 40% της αξίας του εγκατεστημένου εξοπλισμού κινητής τηλεφωνίας στην Ενωμένη Ευρώπη. «Ο αντίκτυπος», αναφέρει η έκθεση ανάλυσης επιπτώσεων του Cybersecurity Act II, «θα είναι ουδέτερος για τα κράτη μέλη που έχουν ήδη θεσπίσει περιορισμούς που καλύπτουν τα βασικά περιουσιακά στοιχεία, όπως συνιστάται στην EU Toolboox 5G, ενώ θα είναι υψηλότερος για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη περιορισμούς ή δεν καλύπτουν όλα τα βασικά περιουσιακά στοιχεία».
Όλα τα παραπάνω έχουν σοκάρει τους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών. Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι παρόλο που έχει αρχίσει μια διαδικασία αντικατάστασης του κινεζικού εξοπλισμού μέσω της σύστασης του «ΕU Toolbox 5G» που παρουσίασε το 2020 η Κομισιόν, η διαδικασία αυτή ήταν τόσο αργή που οι Βρυξέλλες – και υπό το φως των τελευταίων γεωπολιτικών εξελίξεων – αναγκάστηκαν να πάρουν… το όπλο τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 59% του δικτύου κεραιών της Deutsche Telekom στην Ευρώπη θεωρείται κινεζικής τεχνολογίας, παρόλο που η εταιρεία έχει ξεκινήσει διαδικασία αντικατάστασή του. Άλλοι πάροχοι όπως π.χ. η Vodafone, ακόμη και σήμερα προχωρούν σε ανανεώσεις ή και νέες προμήθειες εξοπλισμού από κινέζους προμηθευτές.
Στη χώρα μας η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη καθώς δύο πάροχοι κινητής τηλεφωνίας βασίζουν εξ’ ολοκλήρου το δίκτυο κεραιών τους σε κινεζικό εξοπλισμό. Η αξία του εγκαταστημένου ενεργού εξοπλισμού ανέρχεται σε μερικές εκατοντάδες εκατ. ευρώ αν όχι σε δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόβλημα των εγχώριων παρόχων είναι ότι πολύ δύσκολα θα προχωρήσουν σε μια τέτοια αντικατάσταση εξοπλισμού, καθώς οι επενδύσεις στις τηλεπικοινωνίες γίνονται με το σταγονόμετρο -πόσω δε μάλλον ν’ αντικαταστήσουν έναν άρτια λειτουργούντα πάγιο εξοπλισμό.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χώρα μας, εφόσον ισχύσει το Cybersecurity Act II, θα έχουν η Vodafone και η Nova που βασίζουν στο 100% το ακραίο δίκτυό τους (κεραίες) σε τεχνολογίες Huawei. Επίσης οι δύο εταιρείες αξιοποιούν εν μέρει κινεζική τεχνολογία και στα δίκτυα μεταγωγής, δηλαδή στα δίκτυα που μεταφέρουν την κίνηση από τις κεραίες κινητής στα τηλεπικοινωνιακά κέντρα.
H Cosmote βασίζονταν και αυτή σε τεχνολογία Huawei στις κεραίες της, αλλά από το 2020 και μετά, προχώρησε σε αλλαγή παρόχου ενεργού εξοπλισμού στο ακραίο δίκτυό της (Ericsson). Ωστόσο παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι η εταιρεία τηλεπικοινωνιών αξιοποιεί ακόμη συστήματα κινεζικής κατασκευής στο δίκτυο μεταγωγής. Έτσι παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι η χώρα μας θα χρειαστεί, εφόσον ισχύσει το Cybersecurity Αct II περίπου του 40% του εγκατεστημένου εξοπλισμού κινητής τηλεφωνίας.
Με τα παραπάνω, δεν είναι τυχαίο ότι η κύρια οργάνωση των παρόχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών έχει λάβει αρνητική θέση στο ζήτημα. Όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση που εκδόθηκε μετά τη γνωστοποίηση της πρότασης του Cybersecurity Act II του συνδέσμου των κύριων παρόχων Connect Europe, «προειδοποιούμε για πολιτικές που αποδυναμώνουν σημαντικά τον ίδιο τον τομέα που στοχεύουν να προστατεύσουν».
Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι αντιμετωπίζουν σημαντικές επενδυτικές απαιτήσεις για την ολοκλήρωση της ανάπτυξης 5G και οπτικών ινών, ενώ οι τρέχουσες κανονιστικές συνθήκες και η έλλειψη κλίμακας περιορίζουν την ικανότητά τους να επενδύσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, «η Connect Europe προειδοποιεί ότι η υιοθέτηση του τρέχοντος σχεδίου Cybersecurity Act θα επιδεινώσει το βάρος που επιβάλλεται στον τομέα, με πρόσθετο κανονιστικό κόστος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ που επί του παρόντος είναι πιθανό να υποτιμηθεί».