Ο κλάδος τεχνολογίας της Κίνας διευρύνεται από μια νέα γενιά δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι ενισχύουν τις πιθανότητες της δεύτερης ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου να ηγηθεί της παγκόσμιας κούρσας για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο 36χρονος Τζούντζι Γιαν, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της MiniMax Group, αύξησε την περιουσία του στα 3,2 δισ. δολάρια χάρη στη δημόσια εγγραφή της εταιρείας του στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ τον περασμένο μήνα. Η MiniMax, η κεφαλαιοποίηση της οποίας κινείται στα 12,8 δισ. δολάρια, ανήκει στις «Έξι Τίγρεις». Μαζί με τις υπόλοιπες -Zhipu AI, Moonshot AI, Baichuan Intelligence, StepFun και 01.AI- αντιπροσωπεύουν μια νέα ελίτ επιχειρηματιών στην Τεχνητή Νοημοσύνη της Κίνας. Η λίστα των νέων δισεκατομμυριούχων δεν εξαντλείται εκεί.
Ο 40χρονος Λιανγκ Γουενφένγκ, ιδρυτής της DeepSeek, ονομάζεται επίσης ο ιδιοκτήτης της «κινεζικής OpenAI». Μπήκε στο κλαμπ των 100 πλουσιότερων Κινέζων πέρυσι τον Νοέμβριο, με την εταιρεία του να αποτιμάται στα 15 δισ. δολάρια από το περιοδικό Forbes. Η περιουσία του Τσεν Τιάνσι, ιδρυτή της Cambricon Technologies, εκτοξεύθηκε στα 22 δισ. δολάρια, με τη μετοχή της εταιρείας του να αναρριχάται 765% μέσα σε 24 μήνες στο χρηματιστήριο της Σαγκάης. Ο Τσεν θεωρείται πολύτιμος επιχειρηματίας στον τομέα των ημιαγωγών, ενώ η Cambricon χαρακτηρίζεται συχνά ως «η Nvidia της Κίνας». Ο 36χρονος Σινγκσίνγκ Γουάνγκ, επιστήμονας ρομποτικής και ιδρυτής της Unitree Robotics, απολαμβάνει μια οικονομική επιφάνεια της τάξεως των 2,15 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με το πρακτορείο Bloomberg. Η εταιρεία του, όπου εκτελεί επίσης καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου, αναπτύσσει τετράποδα και ανθρωποειδή ρομπότ.
Παραμένει μεγάλο το χάσμα με τους αμερικανικούς γίγαντες των ΗΠΑ
Αυτή η νέα ομάδα των δισεκατομμυριούχων με start-ups στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης διευρύνεται όλο και πιο πολύ. Έρευνα του Bloomberg καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συνολική περιουσία τους ανέρχεται στα 100,5 δισ. δολάρια. Βέβαια, η προσωπική περιουσία του Τζένσεν Χουάγκ της αμερικανικής Nvidia, της de facto ισχυρότερης εταιρείας στα προηγμένα τσιπ για την AI, ανέρχεται στα 153 δισ. δολάρια. Η κεφαλαιοποίηση της Nvidia φτάνει τα 4,74 τρισ. δολάρια. Συγκριτικά, η Cambricon, που θεωρείται η κινεζική εταιρεία Τεχνητής Νοημοσύνης με την υψηλότερη κεφαλαιοποίηση, έχει χρηματιστηριακή αξία 34 δισ. δολάρια. Αυτές οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) επεκτείνονται ραγδαία, συχνά με την υποστήριξη μεγάλων κινεζικών τεχνολογικών κολοσσών, αλλά και κρατική χρηματοδότηση.
Η Alibaba, με την υποστήριξη του ιδρυτή της Τζακ Μα και υπό την ηγεσία του διευθύνοντος συμβούλου Έντι Γου, έχει επενδύσει επιθετικά στην Τεχνητή Νοημοσύνη για να οικοδομήσει ένα «ολοκληρωμένο οικοσύστημα». Η στρατηγική της επικεντρώνεται σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs), όπως το Qwen, παράλληλα με επενδύσεις σε startups όπως οι Moonshot AI, 01.AI και MiniMax. Η Tencent, ένας ακόμη τεχνολογικός κολοσσός της Κίνας, έχει επενδύσει επιθετικά σε start-ups Τεχνητής Νοημοσύνης, με τοποθετήσεις στις Moonshot A και Zhipu AI.
Η γεωπολιτική αντιπαλότητα ΗΠΑ – Κίνας επεκτείνεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη
Σε μια εποχή που η πρόσβαση σε τεχνολογίες αιχμής των ΗΠΑ είναι περιορισμένη λόγω όχι μόνον της τεχνολογικής αλλά και της γεωπολιτικής αντιπαλότητας μεταξύ της Ουάσινγκτον και του Πεκίνου, οι καινοτομίες στην Τεχνητή Νοημοσύνη από κινεζικές start-ups δίνουν μεγαλύτερη αυτονομία και γόητρο στη χώρα. Πηγές των New York Times και του Tech Wire Asia αποκάλυψαν ότι η κρατική χρηματοδότηση αναλογεί στο 39% των επενδύσεων σε AI της Κίνας, με κύριους αποδέκτες έργα υποδομών, ημιαγωγούς και νεοφυείς εταιρείες.
Κατά γενική ομολογία, η Κίνα κλείνει γρήγορα την ψαλίδα με τις ΗΠΑ στην καινοτομία της AI, με ορισμένους ειδικούς να προβλέπουν ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη σε νέες εφαρμογές, την ανάπτυξη ανοιχτού κώδικα και τη ρομποτική μέσα σε λίγα χρόνια. Αφενός, οι ΗΠΑ διατηρούν επί του παρόντος το προβάδισμα στην έρευνα αιχμής, τα θεμελιώδη μοντέλα και τον σχεδιασμό εξειδικευμένων τσιπ AΙ. Αφετέρου, τα πλεονεκτήματα της Κίνας στα τεράστια σύνολα δεδομένων, την ταχεία υλοποίηση και το αναπτυσσόμενο οικοσύστημα ανοιχτού κώδικα -όπως δείχνουν εταιρείες όπως η DeepSeek- καθιστούν πιθανή μια ανατροπή των ισορροπιών.
Οι αιχμές της OpenAI για την DeepSeek και η προσφυγή των New York Times στη Δικαιοσύνη
Έχουν, επίσης, υπάρξει ερωτήματα για τη μεγάλη πρόοδο των κινεζικών start-ups στην Κίνα μέσα σε λίγα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ChatGPT από την OpenAI, πρώτου μοντέλου αναπαραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνη, τον Νοέμβριο του 2022. Όταν κυκλοφόρησε το μοντέλο DeepSeek-R1 στις αρχές του 2024, ο Σαμ Άλτμαν, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, δήλωσε ότι ο ανταγωνισμός «είναι αναζωογονητικός». Λίγο αργότερα, όμως, η OpenAI και η Microsoft άφησαν σαφείς αιχμές ότι η DeepSeek χρησιμοποίησε δεδομένα από το ChatGPT για να εκπαιδεύσει τα δικά της μοντέλα.
Πολλοί αναλυτές σχολίασαν με δόση ειρωνείας τις κατηγορίες της OpenAI διότι και η αμερικανική εταιρεία έχει δεχθεί πολυάριθμες μηνύσεις, όπως από τους New York Times, με την κατηγορία ότι «έκλεψε» πνευματική ιδιοκτησία απ’ όλο το Διαδίκτυο για να εκπαιδεύσει τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα της. Η DeepSeek έγινε ευρύτερα γνωστή για τα μοντέλα ανοιχτού κώδικα που ανταγωνίζονται σε επιδόσεις ακριβότερα μοντέλα, με το V2 να φέρνει βελτιώσεις στην ταχύτητα και το κόστος. Σύμφωνα με το CNN, μάλιστα, η Κίνα κυριαρχεί στην Τεχνητή Νοημοσύνη ανοικτού κώδικα, με τα μοντέλα της να αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% των νέων παραγώγων από τα τέλη του 2025.
Ενδεικτικό είναι ότι αυτή η νέα ελίτ των αυτοδημιούργητων δισεκατομμυριούχων μοιράζονται ένα κοινό ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Είναι αρκετοί που προέρχονται από το Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά, γνωστό και ως το ΜΙΤ της Κίνας, ή την Κινεζική Ακαδημία Επιστημών. Ο Τσεν της Cambricon, για παράδειγμα, εργάστηκε έξι χρόνια ως ερευνητής στην Ακαδημία Επιστημών προτού ιδρύσει την εταιρεία του. Ο Γουάνγκ Σιαοτσουάν, ιδρυτής της Baichuan, συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της κρατικής πολιτικής για την AI και η εταιρεία του αποτελεί μέρος της «AI+Initiative» που ανακοίνωσε η κινεζική κυβέρνηση για την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην οικονομία, όπως είχαν αναφέρουν οι New York Times.