Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει στη θέσπιση κοινών κανόνων για τη λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με έμφαση στην ταυτοποίηση των χρηστών και στη σαφή σήμανση περιεχομένου που παράγεται με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, υπογράμμισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας στο 1st Athens Media and Communication Summit, που πραγματοποιείται στην Αθήνα.
Ο κ. Μαρινάκης τάχθηκε υπέρ ενός συστήματος στο οποίο οι πλατφόρμες θα γνωρίζουν την πραγματική ταυτότητα των χρηστών τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατάργηση της δυνατότητας δημόσιας χρήσης ψευδωνύμου ή υποχρεωτική εμφάνιση του πραγματικού ονόματος.
Όπως εξήγησε, η πρόταση θα μπορούσε να λειτουργήσει κατά τα πρότυπα της ταυτοποίησης που απαιτείται για την απόκτηση κάρτας SIM. «Θεωρώ ότι πρέπει να γίνεται και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς να είσαι υποχρεωμένος επωνύμως να έχεις το πραγματικό σου όνομα», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι πρέπει παράλληλα να προστατεύεται η ιδιωτικότητα των χρηστών.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ότι ένα τέτοιο πλαίσιο δεν θα πρέπει να υιοθετηθεί αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.
«Η Ευρώπη πρέπει να πάρει μια απόφαση, απευθυνόμενη στις πλατφόρμες, να βάλει κανόνες», τόνισε, συνδέοντας το ζήτημα με τις ευρύτερες προκλήσεις που δημιουργούν η παραπληροφόρηση, τα ανώνυμα προφίλ, τα bots και η εξάπλωση περιεχομένου που παράγεται με εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης.
Deepfakes και κίνδυνοι
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα deepfakes και στους κινδύνους που μπορούν να δημιουργήσουν για τον δημόσιο διάλογο και τις εκλογικές διαδικασίες. Όπως είπε, δεν μπορεί να αποκλειστεί λίγο πριν από μια εκλογική αναμέτρηση να εμφανιστεί ένα κατασκευασμένο βίντεο στο οποίο ένας πρωθυπουργός ή άλλος πολιτικός αρχηγός φαίνεται να λέει κάτι που στην πραγματικότητα δεν έχει πει ποτέ.
Για τον λόγο αυτό, χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη σαφή σήμανση των βίντεο που αποτελούν προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης, με ευθύνη των πλατφορμών και των μέσων στα οποία αυτά δημοσιεύονται.
Διευκρίνισε ότι το ζητούμενο δεν είναι η απαγόρευση του περιεχομένου, αλλά η δυνατότητα του πολίτη να γνωρίζει εάν αυτό που παρακολουθεί είναι αυθεντικό ή προϊόν AI.
Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, η συζήτηση δεν περιορίζεται στην προστασία των εκλογών, καθώς τα fake news και τα παραποιημένα βίντεο μπορούν να επηρεάσουν ευρύτερα την κοινωνία και ακόμη και ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος.
Εκτίμησε, μάλιστα, ότι οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη θα πραγματοποιηθούν σε ένα περιβάλλον πολύ μεγαλύτερης διάδοσης των νέων τεχνολογικών εργαλείων, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αυξημένη εγρήγορση.
Η ενυπόγραφη δημοσιογραφία
Αναφερόμενος ευρύτερα στη δημοσιογραφία, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι πιστεύει ιδιαίτερα στην ενυπόγραφη δημοσιογραφία, υπογραμμίζοντας τη διαφορά μεταξύ ενός κειμένου που φέρει την ευθύνη και την υπογραφή του συντάκτη του και ανώνυμου περιεχομένου στο διαδίκτυο.
Παράλληλα, σημείωσε ότι παρακολουθεί συστηματικά ακόμη και μέσα που ασκούν πολύ σκληρή κριτική στην κυβέρνηση, καθώς θεωρεί σημαντικό να γνωρίζει τα επιχειρήματα και τα ερωτήματα που διατυπώνονται στον δημόσιο διάλογο.
Ο κ. Μαρινάκης αναφέρθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο η παραπληροφόρηση μπορεί να αποκτήσει μεγάλη δυναμική μέσω των κοινωνικών δικτύων, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ατομική ευθύνη των πολιτών. Κατά την τοποθέτησή του, η οργανωμένη Πολιτεία και τα δημοκρατικά κόμματα οφείλουν να εξηγούν με μεγαλύτερη σαφήνεια τις θέσεις τους, καθώς τα κενά ενημέρωσης μπορούν να τροφοδοτήσουν ακραίες φωνές και παραπλανητικό περιεχόμενο.
Για την Τεχνητή Νοημοσύνη
Σε ό,τι αφορά τη δική του χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, ανέφερε ότι αξιοποιεί δημοφιλείς εφαρμογές για τη διασταύρωση πληροφοριών και την αναζήτηση πρόσθετων ιδεών, σημειώνοντας ωστόσο ότι αυτό πρέπει να γίνεται πάντοτε με προσοχή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Μαρινάκης στην παραπληροφόρηση με αφορμή μεγάλες τραγωδίες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη προσεκτικής δημόσιας τοποθέτησης και σεβασμού προς τους ανθρώπους που έχασαν συγγενείς τους.
Αναφερόμενος στη δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη, σημείωσε ότι διακινήθηκαν ισχυρισμοί οι οποίοι, κατά την άποψή του, επηρέασαν σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης, ενώ απέφυγε να υιοθετήσει εκτιμήσεις περί οργανωμένης εξωτερικής παρέμβασης, λέγοντας ότι δεν διαθέτει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Παράλληλα, υπεραμύνθηκε της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι στόχος της είναι η αύξηση των εισοδημάτων και η δημιουργία θέσεων εργασίας, σε συνδυασμό με τη μείωση φόρων, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και τη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
