Ένα επίμονο παράδοξο εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία: η χώρα διαθέτει επιστημονικό δυναμικό, παράγει ερευνητικό έργο και έχει βελτιώσει τις υποδομές της, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε καινοτόμα προϊόντα, ισχυρές επιχειρήσεις και διεθνώς ανταγωνιστική τεχνολογία. Η απόσταση ανάμεσα στην παραγωγή γνώσης και την επιχειρηματική αξιοποίησή της αποτυπώνεται στον Global Innovation Index 2026 του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO), εξειδικευμένου οργανισμού του ΟΗΕ.
Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 41η θέση μεταξύ 139 οικονομιών παγκοσμίως, ανεβαίνοντας οριακά από την 42η θέση του 2025. Στην ευρωπαϊκή κατάταξη βρίσκεται στην 27η θέση μεταξύ 39 οικονομιών, παραμένοντας πίσω από χώρες όπως η Πορτογαλία, η Τσεχία, η Σλοβενία, η Βουλγαρία, η Πολωνία και η Λετονία.
Η ουσία δεν βρίσκεται τόσο στη θέση της Ελλάδας όσο στην απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες και στα αποτελέσματά της. Ίσως η πιο αποκαλυπτική αντίφαση του ελληνικού συστήματος καινοτομίας προκύπτει από δύο επιμέρους δείκτες. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 16η θέση παγκοσμίως στην παραγωγή επιστημονικών και τεχνικών δημοσιεύσεων σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, αλλά μόλις την 115η θέση στη συνεργασία πανεπιστημίων και επιχειρήσεων για δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης. Η απόσταση των 99 θέσεων μεταξύ των δύο κατατάξεων αποτυπώνει μια δομική αδυναμία: η ερευνητική δραστηριότητα δεν συνδέεται στον επιθυμητό βαθμό με τις ανάγκες της παραγωγής και της αγοράς.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές στην αξιολόγηση των συνεργειών του οικοσυστήματος καινοτομίας, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην 72η θέση. Ακόμη χαμηλότερα, στην 125η θέση, κατατάσσεται ως προς το επίπεδο ανάπτυξης επιχειρηματικών και τεχνολογικών συστάδων, των γνωστών clusters.
Πρόκειται για ευρήματα που αναδεικνύουν το έλλειμμα οργανωμένων συνεργασιών ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, επιχειρήσεις και επενδυτές. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα παράγει επιστημονική γνώση, αλλά δεν έχει αναπτύξει στον ίδιο βαθμό τους μηχανισμούς που θα τη μετατρέψουν σε ανταγωνιστικό επιχειρηματικό πλεονέκτημα.

Οι πατέντες και το έλλειμμα εμπορικής αξιοποίησης
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται στο πεδίο της κατοχύρωσης και εμπορικής αξιοποίησης της διανοητικής ιδιοκτησίας. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 48η θέση παγκοσμίως στον δείκτη εγχώριων αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σταθμισμένων με βάση το μέγεθος της οικονομίας, ενώ στις διεθνείς αιτήσεις καταλαμβάνει την 36η θέση.
Η εικόνα γίνεται πιο προβληματική όταν εξετάζονται οι οικονομικές αποδόσεις από τη διανοητική ιδιοκτησία. Η χώρα κατατάσσεται στην 81η θέση ως προς τις σχετικές εισπράξεις σε αναλογία με το συνολικό εμπόριο, στοιχείο που αναδεικνύει τα περιορισμένα αποτελέσματα της εμπορικής αξιοποίησης της τεχνογνωσίας. Το χάσμα αυτό υποδηλώνει ότι οι μεμονωμένες επιτυχίες δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε ένα ευρύτερο παραγωγικό μοντέλο, ικανό να δημιουργεί συστηματικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Ένας ακόμη αδύναμος κρίκος είναι η χρηματοδότηση της καινοτομίας. Στον συνολικό δείκτη επιχειρηματικής ωριμότητας και αξιοποίησης της γνώσης, η Ελλάδα βρίσκεται στην 64η θέση παγκοσμίως, ενώ στην πολυπλοκότητα και ανάπτυξη της αγοράς κατατάσσεται 55η.
Ειδικότερα, στον δείκτη πρόσβασης σε χρηματοδότηση για startups και scaleups καταλαμβάνει την 52η θέση. Στον αριθμό επενδυτικών συμφωνιών venture capital που λαμβάνουν εγχώριες επιχειρήσεις, σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, βρίσκεται στην 45η θέση, ενώ στον αριθμό επενδύσεων σε πιο ώριμα στάδια ανάπτυξης κατατάσσεται 50ή. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν την πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις όταν επιχειρούν να περάσουν από την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας στην εμπορική της κλιμάκωση.

Οι ισχυρές επιδόσεις και οι αστερίσκοι
Η εικόνα, πάντως, δεν είναι μονοδιάστατη. Η Ελλάδα καταγράφει σημαντικές επιδόσεις σε συγκεκριμένους τομείς που αποτελούν τη βάση ενός δυνητικά ισχυρότερου οικοσυστήματος καινοτομίας. Στο ανθρώπινο κεφάλαιο και την έρευνα βρίσκεται στην 28η θέση παγκοσμίως, ενώ στην τριτοβάθμια εκπαίδευση καταλαμβάνει την 9η θέση. Στον αριθμό ερευνητών ανά εκατομμύριο κατοίκων κατατάσσεται 24η, ενώ οι συνολικές δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης αντιστοιχούν στο 1,5% του ΑΕΠ, τοποθετώντας τη χώρα στην 26η θέση στον συγκεκριμένο δείκτη.
Θετική είναι επίσης η επίδοση στις υποδομές, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει την 23η θέση, ενώ στην οικολογική βιωσιμότητα βρίσκεται στην 8η. Ωστόσο, η σχετικά ισχυρή βάση σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη παραγωγική επίδοση. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 75η θέση στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας ως ποσοστό της μεταποιητικής δραστηριότητας, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών την τοποθετούν στην 77η θέση. Ακόμη, στον δείκτη αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας κατατάσσεται 70ή, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες διάχυσης των τεχνολογικών εξελίξεων στο σύνολο της οικονομίας.
Η Ευρώπη τρέχει
Η ελληνική υστέρηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν τοποθετηθεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Η Ελβετία και η Σουηδία καταλαμβάνουν τις δύο πρώτες θέσεις παγκοσμίως, ενώ στην πρώτη δεκάδα βρίσκονται επίσης η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Δανία. Συνολικά, 14 από τις 25 πιο καινοτόμες οικονομίες του κόσμου βρίσκονται στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή παρουσία της ηπείρου στον παγκόσμιο χάρτη της τεχνολογίας και της έρευνας.
