Ισχυρές πιέσεις στις μετοχές των εταιρειών τσιπ μνήμης – Κίνα και υπερπροσφορά προκαλούν ανησυχία

Οι μετοχές των τσιπ μνήμης υποχωρούν λόγω του αυξανόμενου κινεζικού ανταγωνισμού. Γιατί η AI διαμορφώνει μια νέα κανονικότητα

Τσιπ μνήμης © EPA/YONHAP SOUTH KOREA OUT

Οι μετοχές των εταιρειών παραγωγής τσιπ μνήμης δέχονται ισχυρότατες πιέσεις αυτή την εβδομάδα, εν μέσω γενικευμένης αναταραχής στις παγκόσμιες αγορές τεχνολογίας.

Δύο κύριοι παράγοντες τροφοδοτούν την ανησυχία των επενδυτών: από τη μία πλευρά, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από την Κίνα και, από την άλλη, η εντονότερη φημολογία για το πότε η αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με υπερπροσφορά προϊόντων.

Τα στοιχεία των τελευταίων συνεδριάσεων αποτυπώνουν την ένταση των ρευστών που καταγράφονται. Μέσα σε μόλις πέντε ημέρες, η μετοχή της SK Hynix σημείωσε βουτιά 26%, η Samsung υποχώρησε κατά 22%, ενώ η Micron κατέγραψε απώλειες της τάξεως του 11%.

Η αρχική νευρικότητα στην αγορά εκδηλώθηκε στις αρχές της εβδομάδας, όταν η ChangXin Memory Technologies, γνωστή ως CXMT, η οποία αποτελεί την κορυφαία κινεζική εταιρεία κατασκευής τσιπ μνήμης, ανακοίνωσε τα σχέδιά της για τη διάθεση στην αγορά μίας νέας μνήμης διακομιστών, βασισμένης σε εντελώς νέα αρχιτεκτονική. Ο σχεδιασμός της CXMT υπόσχεται υψηλότερη πυκνότητα αποθήκευσης δεδομένων, γεγονός που προκάλεσε φόβους ότι η τεχνολογική αυτή πρόοδος θα μπορούσε να επιτρέψει στην κινεζική εταιρεία να αποσπάσει σημαντικό μερίδιο αγοράς από τους κατεστημένους παγκόσμιους κολοσσούς.

Παρά την αναστάτωση, πολλοί αναλυτές αμφισβητούν την ικανότητα της CXMT να προχωρήσει σε ευρείας κλίμακας παραγωγή μιας τόσο προηγμένης τεχνολογίας. Ο Μπεν Μπάρινγκερ, επικεφαλής τεχνολογικής έρευνας στην Quilter Cheviot, σχολίασε ότι «το ζήτημα με κάθε αρχιτεκτονική αλλαγή είναι η απόδοση της παραγωγής. Αν η απόδοση φτάνει μόλις το 50%, τότε κυριολεκτικά πετάς τα μισά τσιπ στα σκουπίδια επειδή δεν λειτουργούν σωστά». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Κέβιν Κάσιντι, ανώτερος αναλυτής στην Rosenblatt Securities, εκτίμησε ότι οι εξελίξεις στην CXMT δεν πρόκειται να αλλάξουν την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην παγκόσμια αγορά.

Πρόβλεψη για «πλημμύρα νέων προσφορών» για τα τσιπ μνήμης

Την ίδια στιγμή, έντονες συζητήσεις προκαλεί άρθρο γνώμης στην κορεατική εφημερίδα Maeil Business Newspaper. Στο εν λόγω δημοσίευμα επισημαίνεται ότι ο καθηγητής Χουάνγκ του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σεούλ και ο Αν Κι-χιόν, εκτελεστικός διευθυντής της Ένωσης Βιομηχανίας Ημιαγωγών της Κορέας, προβλέπουν μια «πλημμύρα νέας προσφοράς» που θα μετατρέψει την αγορά μνήμης σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική περιοχή έως το 2029.

Όπως αναφέρεται, «έως το 2030, ο υπερκύκλος ανάπτυξης θα μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί και ο κλάδος να εισέλθει σε τροχιά κάμψης».

Στο δημοσίευμα αυτό αντέδρασε και ο Έλον Μασκ, διευθύνων σύμβουλος των εταιρειών SpaceX και Tesla, σημειώνοντας σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι η Κίνα «θα παράγει τεράστιες ποσότητες μνήμης RAM το 2028».

Οι αυξήσεις των τιμών

Παραδοσιακά, οι κύριοι αγοραστές τσιπ μνήμης ήταν οι κατασκευαστές καταναλωτικών ηλεκτρονικών συσκευών, όπως τα έξυπνα τηλέφωνα και οι φορητοί υπολογιστές. Ωστόσο, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει μετατρέψει τη μνήμη σε κρίσιμο εξάρτημα για τα τσιπ της Nvidia και τις υποδομές των κέντρων δεδομένων, προκαλώντας πρωτοφανείς αυξήσεις τιμών.

Το κρίσιμο ερώτημα για τους επενδυτές είναι αν ο παραδοσιακός κύκλος «ακμής και παρακμής» της βιομηχανίας αλλάζει δομικά. Αν και οι μεγάλοι κατασκευαστές επεκτείνουν τις υποδομές τους, η κατασκευή ενός νέου εργοστασίου απαιτεί από τρία έως πέντε έτη. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η έλλειψη τσιπ θα διατηρηθεί έως το 2028.

Σύμφωνα με την Counterpoint Research, η τιμή της μνήμης DRAM αναμένεται να υποχωρήσει κατά 23% το 2028 σε σύγκριση με το 2027, αλλά θα παραμείνει κατά 230% υψηλότερη σε σχέση με τα επίπεδα του 2025.

Ο Τζονγκού Τσόι, αναλυτής της εταιρείας, σημείωσε ότι «η αγορά εισέρχεται σε μια νέα κανονικότητα. Οι προμηθευτές και οι αγοραστές υπογράφουν μακροπρόθεσμες συμφωνίες διάρκειας τριών έως πέντε ετών με καθορισμένα όρια τιμών, διασφαλίζοντας σταθερότητα ακόμη και σε περιόδους κάμψης».