Οπτικές ίνες: Ανέβασε ταχύτητες η Ελλάδα αλλά παραμένει στους ουραγούς του ΟΟΣΑ

Αν και η Ελλάδα καταγράφει υψηλό ρυθμό ανάπτυξης FTTH, ο βαθμός διείσδυσης οπτικών ινών στα σπίτια μας παραμένει πολύ χαμηλός

Οπτικές ίνες © 123rf

Ενθαρρυντικά είναι για την Ελλάδα τα στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα, αναφορικά με την πορεία της ευρυζωνικότητας στα κράτη μέλη του, ο ΟΟΣΑ. Η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των χωρών μελών της ζώνης στην υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες, αλλά κερδίζει έδαφος καθώς διατηρεί υψηλές ταχύτητες στην ανάπτυξη των σύγχρονων δικτύων οπτικών ινών.

Συγκεκριμένα η τελευταία αξιολόγηση του ΟΟΣΑ φέρνει την χώρα με βάση το δείκτη διείσδυσης των οπτικών ινών στα νοικοκυριά (FTTH) στην 4η από το τέλος θέση. Πρόκειται για την 40η θέση μεταξύ 43 χωρών για τις οποίες ο ΟΟΣΑ παρέχει στοιχεία. Η Ελλάδα έχοντας τον περασμένο Δεκέμβριο το 24,2% των ευρυζωνικών συνδέσεων βασισμένων σε οπτικές ίνες που φτάνουν μέχρι και το σπίτι (Fiber to the Home, FTTH), ξεπερνά με την επίδοσή της αυτή, την Γερμανία (15,5%), την Αυστρία (16,34%) και το Βέλγιο (13,87%) που είναι και οι τελευταίες χώρες του ΟΟΣΑ στη διείσδυση του FTTH.

Οπτικές ίνες, ©ΟΟΣΑ

Οπτικές ίνες, ©ΟΟΣΑ

Ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ πέρυσι ανήλθε σε 50,7% και η χώρα με τη μεγαλύτερη διείσδυση ευρυζωνικών συνδέσεων τεχνολογίας FTTH ήταν η Ισλανδία. Στη βόρεια αυτή χώρα το 95,7% των ευρυζωνικών συνδέσεων βασίζεται σε οπτική ίνα που φτάνει στο σπίτι. Ακολουθούν η Κορέα (91,6%) και η Ισπανία (91,1%).

Η Ελλάδα όμως μέσα στο 2025 εμφάνισε τον μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης των ευρυζωνικών συνδέσεων βασισμένων σε οπτικές ίνες, μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς, η Ελλάδα αύξησε τον αριθμό των συνδέσεων FTTH κατά 67,6%, όταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ ήταν 10%.

Η χώρα με τη δεύτερη μεγαλύτερη επίδοση ήταν το Ην. Βασίλειο που αύξησε τις συνδέσεις FTTH κατά 37,7%. Η Γερμανία που βρίσκεται κοντά στην Ελλάδα πέρυσι αύξησε τις συνδέσεις FTTH κατά 21,1%, η Αυστρία κατά 20,9% και το Βέλγιο κατά 30,4%. Φαίνεται μάλιστα ότι η Ελλάδα πέρυσι διεύρυνε τη διαφορά με όλες τις χώρες που την ακολουθούν.

Οπτικές ίνες, ©ΟΟΣΑ

Οπτικές ίνες, ©ΟΟΣΑ

Το τελευταίο διακρίνεται και από το γεγονός ότι φέτος ξεπέρασε για πρώτη φορά και την Αυστρία σε συνδέσεις FTTH, ενώ στο τέλος του 2024 ξεπερνούσε μόνον την Γερμανία και το Βέλγιο. Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που εμφανίζει μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού σε μικρό αριθμό αστικών κέντρων σε σχέση π.χ. με την Γερμανία, γεγονός που καθιστά πιο εύκολη μια ταχεία επέκταση των κάθε είδους δικτύων.

Αντίθετα σε μια χώρα όπως η Αυστρία που ο πληθυσμός είναι διασκορπισμένος, είναι πιο επίπονη μια γρήγορη ανάπτυξη ενός είδος δικτύου.

Η υστέρηση της χώρας μας στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές φαίνεται ακόμη από το γεγονός ότι με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, μέχρι και το τέλος το 2025 η χώρα παρέμενε στα Megabit και δεν είχε προχωρήσει στα Gigabit. Η διείσδυση συνδέσεων άνω του 1 Gigabit ήταν μηδενική, όπως μηδενική ήταν η διείσδυση στην Τουρκία και την Γερμανία. Όλες οι άλλες χώρες του ΟΟΣΑ είχαν διαθέσει συνδέσεις Gigabit με το μέσο όρο στον ΟΟΣΑ να κινείται στο 23%. Ακόμη και στη Βουλγαρία το 3,2% των συνδέσεων ήταν 1 Gbps και άνω.

Χαμηλή είναι και η διείσδυση στη χώρα μας των κινητών ευρυζωνικών συνδέσεων. Στο τέλος του 2025 υπήρχαν περίπου 100 ευρυζωνικές συνδέσεις ανά 100 κατοίκους, μια αναλογία που κατέταξε την Ελλάδα στην 31η θέση των χωρών του ΟΟΣΑ (μεταξύ 38 κρατών μελών). Ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ ήταν 144,4 ευρυζωνικές συνδέσεις κινητής ανά 100 κατοίκους.

Αντίστοιχα ισχύουν για τις συνδέσεις “μηχανής-με-μηχανή” ή M2M μέσω ασύρματων δικτύων. Στην Ελλάδα στο τέλος του περασμένου Δεκεμβρίου υπήρχαν 1,72 εκατ. τέτοιες συνδέσεις που αντιστοιχούσαν στο 16,4% του πληθυσμού. Ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ ήταν 53,1% καθώς σε όλες τις χώρες του, λειτουργούσαν περίπου 754 εκατ. συνδέσεις Μ2Μ.

Οπτικές ίνες, ©ΟΟΣΑ

Οπτικές ίνες, ©ΟΟΣΑ

Εν κατακλείδι, τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ, χωρίς να κολακεύουν τη χώρα, εν τούτοις δείχνουν ότι ξεκόλλησε από τη θέση του ουραγού που ήταν επί πολλά χρόνια. Τώρα τη θέση αυτή πήραν άλλες χώρες και κυρίως το Βέλγιο. Μακάρι να συνεχιστούν οι δυναμικοί ρυθμοί ανάπτυξης των δικτύων οπτικών ινών που θα επιτρέψουν στη χώρα να κάνει λόγο για μια ιδανική χώρα για ανταλλαγή δεδομένων και ελκυστική στους ψηφιακούς νομάδες.