Oλλανδία: Kόβει 25.000 θέσεις στο δημόσιο λόγω ΑΙ – Πώς αντιδρούν τα άλλα κράτη

Η ολλανδική κυβέρνηση σχεδιάζει περικοπές θέσεων κατά 15% στο δημόσιο έως το 2035, με στόχο εξοικονόμηση 3,5 δισ. ευρώ ετησίως. Άλλα μεγάλα κράτη ακολουθούν

Tεχνητή Νοημοσύνη και θέσεις εργασίας στο Δημόσιο © ChatGPT/AI Image

Η Ολλανδία σχεδιάζει να μειώσει κατά περίπου 25.000 τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων της, σε μία από τις πιο φιλόδοξες προσπάθειες αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης για τον περιορισμό του κρατικού μισθολογικού κόστους.

Σύμφωνα με την επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση ο στόχος είναι η εξοικονόμηση 3,5 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2035, αναφέρει το Bloomberg.

Το σχέδιο προβλέπει μείωση περίπου 15% του ανθρώπινου δυναμικού, με την αστυνομία και την άμυνα να εξαιρούνται από τις περικοπές. Αντίθετα, υπουργεία, επιθεωρήσεις και υπηρεσίες εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μειώσεις προσωπικού που θα φτάνουν έως και το 60%.

Η κλίμακα των περικοπών καθιστά το ολλανδικό σχέδιο σημείο αναφοράς για άλλες χώρες που επιδιώκουν να περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες και να αυξήσουν την παραγωγικότητα μέσω της αυτοματοποίησης.

Ωστόσο, η ανακοίνωση ενός στόχου δεν σημαίνει ότι έχει ήδη αποδειχθεί πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποκαταστήσει αντίστοιχο αριθμό εργαζομένων χωρίς επιπτώσεις στη λειτουργία του κράτους.

Τι σημαίνει το ολλανδικό σχέδιο για τις άλλες χώρες

Οι υπολογισμοί του Bloomberg αποτυπώνουν την κλίμακα που θα είχε ένα αντίστοιχο πρόγραμμα σε άλλες μεγάλες οικονομίες. Με βάση τις αναλογίες που χρησιμοποιεί, οι αντίστοιχες περικοπές θα αντιστοιχούσαν σε περίπου 150.000 ομοσπονδιακούς υπαλλήλους στις ΗΠΑ, 75.000 στο Ηνωμένο Βασίλειο και λίγο περισσότερους από 50.000 στη Γαλλία.

Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν συγκριτικές εκτιμήσεις και όχι ανακοινωμένα σχέδια περικοπών στις συγκεκριμένες χώρες. Οι διοικητικές δομές, οι αρμοδιότητες και ο τρόπος καταμέτρησης των δημοσίων υπαλλήλων διαφέρουν από κράτος σε κράτος.

Στις ΗΠΑ, η σύγκριση γίνεται με τις περίπου 300.000 αποχωρήσεις ομοσπονδιακών εργαζομένων το 2025, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων της κυβέρνησης Τραμπ και της προσπάθειας του Ντόναλντ Τραμπ και του Έλον Μασκ να περιορίσουν το ομοσπονδιακό εργατικό δυναμικό κατά την αρχική περίοδο της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ζήτημα έχει ήδη πολιτική διάσταση. Η δημόσια διοίκηση έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από ένα τρίτο μέσα σε μία δεκαετία, ξεπερνώντας τους 500.000 εργαζομένους. Οι Συντηρητικοί έχουν δεσμευθεί να αντιστρέψουν την αύξηση, ενώ το Reform UK έχει εξαγγείλει ακόμη μεγαλύτερες περικοπές.

Η πολιτική πίεση για μικρότερο κράτος, επομένως, προϋπήρχε της σημερινής συζήτησης για την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό η νέα τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υλοποιηθούν οι περικοπές και όχι απλώς να αποτελέσει τη δικαιολόγησή τους.

Βρετανία: Οι δυνατότητες και τα κενά στην εφαρμογή

Μία από τις σημαντικότερες μελέτες για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης στο Δημόσιο προέρχεται από το Tony Blair Institute. Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2024, το ινστιτούτο εκτίμησε ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αυτοματοποιήσει εν μέρει περισσότερο από το 40% των εργασιών του δημόσιου τομέα και να εξοικονομήσει περίπου το ένα πέμπτο του χρόνου εργασίας.

Η εκτίμηση αφορά εργασίες και όχι το 40% των θέσεων εργασίας. Η διάκριση είναι κρίσιμη: η αυτοματοποίηση μέρους μιας διαδικασίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι καταργείται ολόκληρη η θέση του εργαζομένου που την εκτελεί.

Στην πράξη, η βρετανική δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα βασικών ψηφιακών υποδομών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, έως τον Φεβρουάριο του 2025 σχεδόν το 10% των αγγλικών οργανισμών του Εθνικού Συστήματος Υγείας δεν διέθετε ακόμη ηλεκτρονικό φάκελο ασθενούς.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η εφαρμογή προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης προϋποθέτει πρώτα λειτουργικές ψηφιακές υποδομές, διασυνδεδεμένα δεδομένα και οργανωμένες διαδικασίες. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η αυτοματοποίηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί ομοιόμορφα σε όλες τις υπηρεσίες.

Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα παρεμβάσεις για εξοικονομήσεις ύψους 16 δισ. λιρών. Η τεχνητή νοημοσύνη αναφέρεται μεταξύ των εργαλείων βελτίωσης της αποδοτικότητας, χωρίς να αποδίδεται σε αυτήν συγκεκριμένο ποσό εξοικονόμησης.

Γαλλία: Μετρήσιμη εξοικονόμηση χρόνου, χωρίς αντικατάσταση υπαλλήλων

Η γαλλική προσέγγιση προσφέρει ένα πιο συγκεκριμένο παράδειγμα εφαρμογής. Τον Ιούνιο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επέκταση ενός προφορικού βοηθού τεχνητής νοημοσύνης στους εργαζομένους του δημόσιου τομέα, μετά από δοκιμαστική περίοδο δέκα μηνών.

Κατά τη δοκιμή, το εργαλείο μείωσε τον χρόνο που απαιτούνταν για εργασίες συγγραφής κατά περίπου 12% και για τη σύνοψη εγγράφων κατά 16%.

Τα αποτελέσματα αφορούν συγκεκριμένες εργασίες και δεν αποδεικνύουν αντίστοιχη μείωση του συνολικού χρόνου εργασίας ή του αριθμού των υπαλλήλων. Επιπλέον, η γαλλική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν θα αποδεχθεί ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που αντικαθιστά δημοσίους υπαλλήλους ή απανθρωποποιεί τις σχέσεις μεταξύ πολιτών και διοίκησης.

Η περίπτωση της Γαλλίας καταδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείου υποστήριξης των εργαζομένων και στην αξιοποίησή της ως μέσου συρρίκνωσης του προσωπικού.

Όταν η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τον φόρτο εργασίας

Η αυτοματοποίηση δεν οδηγεί πάντοτε σε λιγότερη δουλειά για τις δημόσιες υπηρεσίες. Μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, εάν διευκολύνει πολίτες και επιχειρήσεις να υποβάλλουν πολύ περισσότερα αιτήματα, ενστάσεις και καταγγελίες.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2026 από ερευνητική ομάδα στην οποία συμμετέχει ο Κρις Σμιτς της Hertie School του Βερολίνου κατέγραψε 84 περιπτώσεις σε 11 χώρες. Οι ερευνητές περιγράφουν το φαινόμενο ως «agentic flooding»: την απότομη αύξηση αιτημάτων προς δημόσιους φορείς, η οποία διευκολύνεται από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.

Σε αρκετές περιπτώσεις, τα εργαλεία αυτά χρησιμοποιούνται για τη σύνταξη καλογραμμένων κειμένων με νομική ορολογία, τα οποία υποβάλλονται ως καταγγελίες, δικαστικές αξιώσεις ή διοικητικές προσφυγές.

Αυτό δημιουργεί ένα πρακτικό πρόβλημα: ακόμη και αν η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει τον χρόνο που χρειάζεται ένας υπάλληλος για να εξετάσει κάθε αίτημα, η συνολική εργασία μπορεί να αυξηθεί εάν ο αριθμός των αιτημάτων μεγαλώσει ακόμη περισσότερο.

Οι ερευνητές προειδοποιούν, επίσης, ότι η επιβολή τελών για τον περιορισμό των αιτημάτων ενδέχεται να αποκλείσει πολίτες με πραγματικές και βάσιμες αξιώσεις.

Η εξέλιξη αυτή αμφισβητεί την παραδοχή ότι η ευκολότερη πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία θα μειώνει αναγκαστικά το κόστος της δημόσιας διοίκησης.

Το ζήτημα των δεδομένων και της τεχνολογικής εξάρτησης

Ένα ακόμη εμπόδιο αφορά το ποιος ελέγχει τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται από τις κρατικές υπηρεσίες.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ολλανδία σκοπεύει να προτιμήσει εγχώριους και ευρωπαϊκούς προμηθευτές. Η επιλογή συνδέεται με το γεγονός ότι λίγα από τα πλέον προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αναπτύσσονται στην Ευρώπη, δημιουργώντας ανησυχίες για την εξάρτηση από αμερικανικές ή κινεζικές τεχνολογίες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εξάρτηση από αμερικανικούς παρόχους υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις. Παράλληλα, η σύμβαση ύψους 330 εκατ. λιρών με την Palantir για υπηρεσίες δεδομένων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας έχει βρεθεί στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων για το κόστος και την ασφάλεια των δεδομένων.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο όταν αφορά προσωπικά και ιατρικά δεδομένα πολιτών. Η επιλογή ενός συστήματος τεχνητής νοημοσύνης για το Δημόσιο δεν αφορά, συνεπώς, μόνο την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, αλλά και τον έλεγχο της τεχνολογίας, την προστασία των δεδομένων και την εξάρτηση από συγκεκριμένους προμηθευτές.

Οι εργαζόμενοι και τα όρια των περικοπών

Η μείωση του δημόσιου προσωπικού συναντά επίσης θεσμικά και εργασιακά εμπόδια. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το Bloomberg, η συνδικαλιστική συμμετοχή στους δημοσίους υπαλλήλους είναι κατά μέσο όρο υπερδιπλάσια από εκείνη του συνολικού εργατικού δυναμικού στις χώρες υψηλού εισοδήματος που εξετάστηκαν.

Στις ΗΠΑ, περισσότερο από το ένα τέταρτο των ομοσπονδιακών υπαλλήλων είναι μέλη συνδικάτων, έναντι περίπου ενός στους δέκα εργαζομένους συνολικά. Στη Νότια Κορέα, το αντίστοιχο ποσοστό στους δημοσίους υπαλλήλους φτάνει περίπου τα δύο τρίτα, έναντι 13% στο σύνολο των εργαζομένων.

Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι οι περικοπές είναι αδύνατες. Δείχνουν, όμως, ότι η εφαρμογή τους μπορεί να προκαλέσει οργανωμένες αντιδράσεις και να απαιτήσει διαπραγματεύσεις, πέρα από τις τεχνολογικές αλλαγές.

Παράλληλα, παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο ορισμένες επιχειρήσεις να επικαλούνται την τεχνητή νοημοσύνη για να δικαιολογήσουν περικοπές που είχαν ήδη σχεδιαστεί. Η Βρετανίδα βουλευτής των Εργατικών Ανέλιζ Ντοντς έχει επισημάνει ότι η επίκληση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργεί ως επικοινωνιακό άλλοθι για απολύσεις.

Το πραγματικό τεστ αρχίζει στην εφαρμογή

Η Ολλανδία έχει θέσει έναν συγκεκριμένο στόχο: 25.000 λιγότερες θέσεις στο Δημόσιο και εξοικονόμηση 3,5 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2035. Άλλες χώρες διαθέτουν ήδη προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού, ενώ στη Βρετανία και στις ΗΠΑ η μείωση του κρατικού προσωπικού αποτελεί και πολιτική προτεραιότητα.

Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν ότι υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο που μπορεί να εφαρμοστεί με τα ίδια αποτελέσματα παντού. Η γαλλική δοκιμή δείχνει εξοικονόμηση χρόνου σε συγκεκριμένες εργασίες, ενώ η έρευνα για την αύξηση των διοικητικών αιτημάτων αναδεικνύει τον κίνδυνο νέου φόρτου εργασίας.

Το κρίσιμο μέγεθος για την αξιολόγηση του ολλανδικού σχεδίου δεν θα είναι μόνο πόσες θέσεις θα καταργηθούν, αλλά εάν οι υπηρεσίες θα συνεχίσουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των πολιτών, με ποιο κόστος και με ποιο επίπεδο ποιότητας.