Το αφεντικό της SAP μιλάει για τη λανθασμένη προσέγγιση της Ευρώπης στην ψηφιακή κυριαρχία

Ώρα να δώσουμε προτεραιότητα στον κώδικα έναντι της υποδομής, λέει ο Christian Klein

Ο CEO της SAP Κρίστιαν Κλάιν © EPA/RONAL

Η συζήτηση για την ψηφιακή κυριαρχία κατακλύζει από άκρη σε άκρη την Ευρώπη. Σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων και σκληρού τεχνολογικού ανταγωνισμού, η ανάγκη κάθε ηπείρου να ορίζει τη δική της ψηφιακή μοίρα είναι κατανοητή και απολύτως αναγκαία. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να είναι κυρίαρχη, αλλά με ποιον τρόπο θα το πετύχει. Δυστυχώς, η σημερινή της απάντηση — η διοχέτευση δισεκατομμυρίων ευρώ στην κατασκευή γιγαντιαίων κέντρων δεδομένων και η επιδότηση επενδύσεων σε υλισμικό — αποτελεί λάθος λύση σε λάθος πρόβλημα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να επενδύσει 20 δισ. ευρώ (23,4 δισ. δολάρια) σε έως και πέντε «ΑΙ Gigafactories», τεράστια κέντρα δεδομένων που προορίζονται να βοηθήσουν την Ευρώπη να καλύψει το χαμένο έδαφος στην τεχνητή νοημοσύνη. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι η κατοχή της φυσικής υποδομής είναι το κλειδί για την ανεξαρτησία. Όποιος όμως πιστεύει ότι μόνο οι διακομιστές και οι επεξεργαστές θα διασφαλίσουν την ευρωπαϊκή κυριαρχία, δεν φαίνεται καταλαβαίνει τη φύση της παγκόσμιας τεχνολογικής αλληλεξάρτησης και παραβλέπει τα πραγματικά ψηφιακά πλεονεκτήματα της Ευρώπης.

Το τρένο του υλισμικού έχει ήδη φύγει από το σταθμό. Ακόμα και αν ένα κέντρο δεδομένων λειτουργεί από κάποιον ευρωπαϊκό πάροχο σε ευρωπαϊκό έδαφος, τα βασικά συστατικά του -από τους επεξεργαστές έως την τεχνολογία δικτύου – είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχουν σχεδιαστεί στην Αμερική και κατασκευαστεί στην Ασία. Η επίτευξη πλήρους τεχνολογικής αυτοδυναμίας θα απαιτούσε την απαγόρευση όλου του ξένου υλισμικού και, λογικά, όλου του ξένου λογισμικού που βρίσκεται βαθιά ενσωματωμένο στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Μια τέτοια κίνηση θα ήταν ανέφικτη και οικονομικά καταστροφική, αποκόπτοντας την Ευρώπη από την καινοτομία αλλού. Η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότεροι πελάτες απαιτούν τις επιδόσεις και την καινοτομία που παρέχουν οι Αμερικανοί πάροχοι cloud.

Η παγκόσμια κούρσα της ΤΝ καθορίζεται από ανταγωνιστικές προσεγγίσεις, με επικεφαλής την Αμερική και την Κίνα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένα ευκίνητο οικοσύστημα τεχνολογικών εταιρειών, το οποίο καινοτομεί ταχύτατα. Από την άλλη έχουμε μια κρατικά κατευθυνόμενη προσέγγιση, όπου η καινοτομία ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική.

Η Ευρώπη πρέπει να χαράξει το δικό της δρόμο, αγκαλιάζοντας την προσβασιμότητα, τη γρήγορη λήψη αποφάσεων και τις στρατηγικές επενδύσεις, εφαρμόζοντας παράλληλα έξυπνες ρυθμίσεις που θα καθορίζουν τα αποτελέσματα, όχι τις ιδέες. Αυτό μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της ηπείρου, όπως η εξαιρετική έρευνα και η ισχυρή βιομηχανική βάση. Το μοντέλο πρέπει να είναι επιχειρηματικό αλλά και αξιακό, ενώ θα διέπεται από τις ευρωπαϊκές αρχές, όπως ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, η προστασία των δεδομένων και η δημοκρατική λογοδοσία.

Για να το επιτύχουμε, πρέπει να νιώσουμε άνετα με μια μορφή ψηφιακής κυριαρχίας που βασίζεται τόσο στην αυτοδιάθεση όσο και στις αμοιβαίες εξαρτήσεις. Πραγματική κυριαρχία είναι η ικανότητα να διατηρεί κανείς πάντα τον έλεγχο των δεδομένων και των περιουσιακών του στοιχείων, ενώ παράλληλα αναπτύσσει τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες – ανεξάρτητα από την προέλευσή τους – με τους δικούς του όρους.

Η ενιαία προσέγγιση δεν είναι η λύση. Ο έλεγχος πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την ευαισθησία των δεδομένων. Για τα πιο κρίσιμα δημόσια δεδομένα, όπως η άμυνα ή η υγειονομική περίθαλψη, απαιτούνται πλήρως απομονωμένα περιβάλλοντα νέφους, διαχειριζόμενα αποκλειστικά από προσωπικό που θα έχει περάσει αυστηρό έλεγχο ασφαλείας. Όμως, τα ευαίσθητα εταιρικά δεδομένα δεν χρειάζεται να αποκλείονται εντελώς από το διαδίκτυο. Η προτεραιότητα εδώ είναι να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα παραμένουν στην Ευρώπη, προστατευμένα από υψηλά πρότυπα κυβερνοασφάλειας και κρυπτογράφηση που διαχειρίζεται ο πελάτης. Στη συνέχεια, για πολλές άλλες περιπτώσεις χρήσης, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα κατάλληλα πρότυπα, τα δεδομένα μπορούν επίσης να υποβάλλονται σε επεξεργασία εκτός Ευρώπης. Η εταιρεία μου -η μεγαλύτερη εταιρεία τεχνολογίας στην Ευρώπη με βάση την αξία της αγοράς – μπορεί ήδη να προσφέρει στους πελάτες της αυτές τις επιλογές, συμπεριλαμβανομένου ενός πλήρως κυρίαρχου νέφους για επιλεγμένες εθνικές κυβερνήσεις.

Ωστόσο, η ψηφιακή κυριαρχία δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η κατασκευή κέντρων δεδομένων από μόνη της δεν θα ενισχύσει την παραγωγικότητα. Η πραγματική πρόοδος προέρχεται από τον μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο εργαζόμαστε: με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης για την προώθηση της αποδοτικότητας και της βιωσιμότητας, την ψηφιοποίηση των διαδικασιών, τον επανασχεδιασμό των επιχειρηματικών μοντέλων.

Αυτή η εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι που θα δημιουργήσει ζήτηση για τεράστια υπολογιστική ισχύ, κέντρα δεδομένων και προηγμένα τσιπ. Αντί να επιδοτούμε υποδομές και να ελπίζουμε στο καλύτερο, οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να ρέουν απευθείας σε εφαρμοσμένη ΤΝ και λογισμικό που δημιουργούν απτά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Αυτό ακριβώς κάνει το σύγχρονο επιχειρηματικό λογισμικό ενσωματώνοντας την ΤΝ στις επιχειρηματικές διαδικασίες.

Η βιομηχανία πρέπει επίσης να αναλάβει δράση. Σκεφτείτε τις περίπλοκες εφοδιαστικές της αλυσίδες – και στη συνέχεια φανταστείτε την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία ενός αυτορυθμιζόμενου δικτύου μεταξύ των ευρωπαϊκών εταιρειών που προβλέπει διαταραχές, αναδρομολογεί τις αποστολές και βελτιστοποιεί τους κλιματικούς στόχους. Αυτό το άλμα στην ανθεκτικότητα και την αποδοτικότητα, που προσφέρει παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο αντί για αόριστες υποσχέσεις, θα ενίσχυε μακροπρόθεσμα την ευρωπαϊκή οικονομία, όχι με μπετόν αλλά με κώδικα.

Για να συμβεί αυτό, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον. Παρά τις καλές προθέσεις, ο νόμος της ΕΕ για τα δεδομένα κινδυνεύει να ρυθμίσει υπερβολικά τη χρήση των δεδομένων και να επιβαρύνει τις εταιρείες με υπερβολική γραφειοκρατία. Σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙ, ακόμα και οι μικρές επιχειρήσεις πρέπει να σχεδιάζουν προϊόντα που επιτρέπουν την κοινή χρήση δεδομένων, μεταξύ άλλων και με τρίτους που μπορεί να είναι άμεσοι ανταγωνιστές. Είναι εντυπωσιακό ότι ο νόμος αγνοεί την καθιερωμένη αρχή του δικαίου του ανταγωνισμού, σύμφωνα με την οποία μόνο οι κυρίαρχοι παίκτες θα πρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να υποστηρίζουν τους ανταγωνιστές. Ένα μέτρο που προορίζεται να προωθήσει την καινοτομία μπορεί τελικά να την καταπνίξει.

Ομοίως, ο νόμος του μπλοκ για την ΤΝ, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ πέρυσι, θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με τις ακριβείς επιπτώσεις του. Σε κάθε περίπτωση, ας δώσουμε προτεραιότητα στην καινοτομία και όχι στη γραφειοκρατία. Επιπλέον, η υποστήριξη της εφαρμογής της ΤΝ σε όλη την οικονομία θα απαιτήσει πολύ περισσότερες επενδύσεις σε σχετικές εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες. Είναι ο μόνος τρόπος να δημιουργηθεί ένα εργατικό δυναμικό ικανό να μετατρέψει τα προηγμένα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης σε κάτι που έχει αξία στον πραγματικό κόσμο.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: το ψηφιακό μέλλον της Ευρώπης δεν θα κριθεί μέσα σε αίθουσες διακομιστών. Θα διαμορφωθεί στα εργοστάσιά της, στις επιχειρήσεις της — μικρές και μεγάλες — και στις δημόσιες διοικήσεις της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορούμε να φτάσουμε την έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας μέχρι το λογικό συμπέρασμα· να επενδύσουμε όχι μόνο στην αποθήκευση δεδομένων, αλλά και στην ουσιαστική εφαρμογή της τεχνολογίας ώστε να δημιουργήσουμε πραγματική, διαρκή αξία.

Ο Christian Klein είναι ο διευθύνων σύμβουλος της SAP.

© 2025 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από την www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com