Γιατί τα αραβικά κράτη σιωπούν για τις αναταραχές στο Ιράν

Μπορεί να χαιρετίζουν την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά φοβούνται το τι θα ακολουθήσει

Φόβοι ότι οι νεκροί στο Ιράν μπορεί να φτάσουν τους 20.000 αν συνεχιστεί η κρατική καταστολή © Χ.com

Την τελευταία φορά που το Ιράν συγκλονίστηκε από πανεθνικές διαδηλώσεις, το 2022, ο αραβικός κόσμος κράτησε την ανάσα του. Η Ισλαμική Δημοκρατία είχε περάσει δεκαετίες χτίζοντας ένα δίκτυο ισχυρών συμμάχων που έφτασε να κυριαρχεί στην περιοχή. Πολλοί Άραβες αναρωτήθηκαν αν η προοπτική αλλαγής του καθεστώτος στην Τεχεράνη προσέφερε μια ευκαιρία να αποτινάξουν τον ιρανικό ζυγό στις δικές τους χώρες.

Τα παναραβικά ειδησεογραφικά πρακτορεία, συχνά χρηματοδοτούμενα από τις μοναρχίες του Κόλπου, ενθάρρυναν τις διαδηλώσεις με «συμπονετική», εικοσιτετράωρη κάλυψη. Οι Άραβες διπλωμάτες απέφευγαν να εκφραστούν δημοσίως, αλλά δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους ιδιωτικά. Κάποια στιγμή ο Hossein Salami, διοικητής του Σώματος Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, κατηγόρησε τα υποστηριζόμενα από τη Σαουδική Αραβία μέσα ενημέρωσης ότι υποκινούν περαιτέρω αναταραχές και απαίτησε από το βασίλειο να περιορίσει την κάλυψή τους. «Διαφορετικά θα πληρώσετε το τίμημα», προειδοποίησε.

Οι διαδηλώσεις στο Ιράν σήμερα αποτελούν αναμφισβήτητα ακόμη μεγαλύτερη απειλή για το καθεστώς από εκείνες του 2022. Ωστόσο, αυτή τη φορά, η αντίδραση στον αραβικό κόσμο υπήρξε εκπληκτικά υποτονική. Οι απογευματινές ενημερωτικές εκπομπές αυτό το μήνα είχαν, συνήθως, ως κύριο θέμα άλλες ιστορίες και όχι το Ιράν. Πολλοί αξιωματούχοι ακούγονται νευρικοί στο σχολιασμό τους, αν τελικά πουν κάτι. Δύο πράγματα ευθύνονται για την αλλαγή του τόνου: Η μειωμένη θέση του Ιράν και ο αυξανόμενος φόβος του Κόλπου ότι αυτό που θα ακολουθήσει είναι το χάος.

Οι ισραηλινοί πόλεμοι που ακολούθησαν τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 κατέστρεψαν το δίκτυο πληρεξουσίων του Ιράν. Η Χεζμπολάχ, άλλοτε ισχυρός σύμμαχός του στον Λίβανο, έχει αποδυναμωθεί σοβαρά και εξακολουθεί να υφίσταται σχεδόν καθημερινές ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές. Το φιλοϊρανικό καθεστώς του Bashar al-Assad στη Συρία δεν υφίσταται πλέον. Το ίδιο το Ιράν κλυδωνίζεται ακόμα, στον απόηχο των ισραηλινών και αμερικανικών βομβαρδισμών του Ιουνίου. Όσον αφορά τον Salami, δεν εκτοξεύει πια απειλές: σκοτώθηκε από ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα στην αρχή εκείνου του πολέμου.

Όλα αυτά καθιστούν την τύχη της Ισλαμικής Δημοκρατίας λιγότερο επείγουσα. Οι Σύροι ενδέχεται να αισθάνονται ένα είδος Schadenfreude (χαιρεκακίας) για τα δεινά της, αλλά δεν ζουν πλέον υπό τον φόβο των πολιτοφυλακών της. Όταν ο Abbas Araghchi, υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, μετέβη αεροπορικώς στη Βηρυτό τον Οκτώβριο του 2024, στο απόγειο του πολέμου του Ισραήλ με τη Χεζμπολάχ, πολλοί Λιβανέζοι εξέλαβαν την επίσκεψή του ως μια εξοργιστική επίδειξη στήριξης προς την πολιτοφυλακή κατά τη διάρκεια ενός πολέμου στον οποίο οι ίδιοι αντιτίθεντο. Ωστόσο, η πιο πρόσφατη επίσκεψή του, στις 8 Ιανουαρίου, προκάλεσε περισσότερο θυμηδία παρά ενόχληση.

Σε μια εποχή που οι Ιρανοί βρίσκονταν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τις αποτυχημένες οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησής τους, ένας φαινομενικά κουφός στους τόνους κ. Araghchi έφερε μαζί του μια οικονομική αντιπροσωπεία για να συζητήσουν τις πενιχρές εμπορικές τους σχέσεις. Βρήκε επίσης χρόνο για να υπογράψει αντίτυπα του νέου του βιβλίου, «The Power of Negotiation» (Η δύναμη της διαπραγμάτευσης) -ένας ειρωνικός τίτλος, δεδομένου ότι η αποτυχημένη προσπάθειά του να διαπραγματευτεί με την Αμερική πέρυσι κατέληξε στην ανατίναξη της εγκατάστασης εμπλουτισμού ουρανίου στο Fordow από μια μοίρα βομβαρδιστικών B-2.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Economist ο Binyamin Netanyahu, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, περιέγραψε το Ιράν ως «υποβιβασμένο σε δύναμη δεύτερης κατηγορίας», μια εκτίμηση που πολλοί Άραβες αξιωματούχοι συμμερίζονται. Οι μεγαλύτερες ιστορίες στον αραβικό κόσμο τις τελευταίες δύο εβδομάδες ήταν η διαμάχη μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και οι συγκρούσεις μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και μιας κουρδικής πολιτοφυλακής στη βόρεια Συρία. Κανένα από τα δύο δεν αφορούσε το Ιράν.

Παρόλα αυτά, αν και το Ιράν δεν είναι πλέον περιφερειακός κολοσσός, δεν είναι κι εντελώς ευνουχισμένο. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τη συγκρατημένη αντίδραση των αραβικών κρατών του Κόλπου. Για δεύτερη φορά μέσα σε επτά μήνες, οι αξιωματούχοι εκεί παρακολουθούν με νευρικότητα για να διαπιστώσουν αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιτεθούν στο Ιράν. Ο Donald Trump έχει απειλήσει ότι, εάν το καθεστώς σκοτώσει διαδηλωτές, θα αναλάβει δράση. Έχει ήδη δολοφονήσει εκατοντάδες. Στις 13 Ιανουαρίου ο Αμερικανός πρόεδρος συναντήθηκε με συμβούλους για να συζητήσει τις επιλογές του, οι οποίες κυμαίνονται από στρατιωτικά πλήγματα έως κυβερνοεπιθέσεις και αυστηρότερες οικονομικές κυρώσεις. Ο κ. Trump έχει παροτρύνει τους Ιρανούς να συνεχίσουν να διαδηλώνουν και να «καταλάβουν» θεσμούς, υποσχόμενος ότι «η βοήθεια βρίσκεται καθ’ οδόν».

Παρότι το Ισραήλ έπληξε το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς του Ιράν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιουνίου, το καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει χιλιάδες βλήματα μικρού βεληνεκούς, ικανά να πλήξουν στόχους σε ολόκληρο τον Κόλπο. Αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβάρδισαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, το καθεστώς εκτόξευσε ομοβροντία τέτοιων πυραύλων κατά της αεροπορικής βάσης Αλ-Ουντέιντ στο Κατάρ, όπου εδρεύει το περιφερειακό αρχηγείο της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ. Το πλήγμα ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβολικό: το Ιράν είχε προειδοποιήσει εκ των προτέρων τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ, και όλοι οι πύραυλοι εκτός από έναν αναχαιτίστηκαν.

Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει τους ομολόγους τους στον Κόλπο ότι, εάν δεχθούν νέα επίθεση, θα διευρύνουν τους στόχους τους — ενδεχομένως ώστε να περιλάβουν και το Μπαχρέιν, όπου εδρεύει ο Πέμπτος Στόλος των ΗΠΑ. Τέτοιες απειλές μπορεί να είναι απλώς πομφολογίες. Μια ιρανική επίθεση που θα προκαλούσε πραγματικές ζημιές στον Κόλπο πιθανότατα θα πυροδοτούσε μια τεράστια αμερικανική αντίδραση. Από την άλλη, εάν η Ισλαμική Δημοκρατία αισθανόταν υπαρξιακό κίνδυνο από έναν συνδυασμό εσωτερικών διαμαρτυριών και εξωτερικών επιθέσεων, ενδέχεται να αναλάβει το ρίσκο. Σε κάθε περίπτωση, οι ηγέτες του Κόλπου δεν έχουν καμία επιθυμία να την προκαλέσουν στα ίσια.

Ανησυχούν επίσης για το τι θα ακολουθήσει. Έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του αιώνα αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες της κατάρρευσης κρατικών δομών στο Ιράκ, μετά την εισβολή υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, και κατόπιν στη Συρία, κατά τη διάρκεια ενός ατελείωτου εμφυλίου πολέμου. Η αναταραχή σε αυτές τις χώρες διοχέτευσε τα πάντα, από τζιχαντιστές έως αμφεταμίνες, προς την Ιορδανία και τον Κόλπο. Οι Σαουδάραβες επίσης ανησυχούν για έναν εμφύλιο πόλεμο στη γειτονική τους Υεμένη και για έναν ακόμη πέρα από την Ερυθρά Θάλασσα, στο Σουδάν.

Το τελευταίο που θα ήθελαν είναι η κατάρρευση του κράτους στο Ιράν, μια χώρα 92 εκατομμυρίων κατοίκων, μόλις 200 χιλιόμετρα απέναντι από τα νερά του Κόλπου. Οι πρόσφυγες αποτελούν μία ανησυχία, τα όπλα, μια δεύτερη: ένα κατακερματισμένο Ιράν θα μπορούσε να χάσει τον έλεγχο του οπλοστασίου πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών του, χωρίς να ξεχνάμε τα χιλιάδες κιλά ουρανίου που εξακολουθούν να μην έχουν πλήρως εντοπιστεί μετά τον πόλεμο.

Δεν υπάρχει καμία ιδιαίτερη συμπάθεια μεταξύ των αραβικών καθεστώτων και της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τα πρώτα θα υποδέχονταν ευνοϊκά μια νέα ιρανική κυβέρνηση πρόθυμη να περιορίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα και τη στήριξή της προς αραβικές πολιτοφυλακές. Ωστόσο, έπειτα από δύο χρόνια περιφερειακού πολέμου, πολλές κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής φοβούνται πλέον ότι η αναταραχή στο Ιράν θα οδηγήσει σε περισσότερο, και όχι λιγότερο, χάος.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.