Η χρηματιστικοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης μόλις αρχίζει

Ετοιμαστείτε για ένα νέο κύμα τίτλων, αντισταθμίσεων κινδύνου και εξασφαλίσεων

Data centers © Freepik

Καθώς οι επενδύσεις στα κέντρα δεδομένων που απαιτεί η τεχνητή νοημοσύνη εκτοξεύονται, φέτος, πέντε αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί αναμένεται να πραγματοποιήσουν κεφαλαιουχικές δαπάνες ύψους 700 δισ. δολαρίων. Οι επενδυτές αναφέρουν σκωπτικά εδώ και καιρό ότι «τα δεδομένα είναι το νέο πετρέλαιο». Πλέον, όμως, στηρίζουν εταιρείες ώστε να δαπανήσουν πολύ περισσότερα για την επεξεργασία τους. Συγκριτικά, η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου πέρυσι επένδυσαν μόλις 570 δισ. δολάρια σε έρευνες και παραγωγή.

Από την άλλη, τα δεδομένα —ή τουλάχιστον τα τσιπ στα οποία αποθηκεύονται και επεξεργάζονται— υστερούν ακόμη κατά πολύ σε σχέση με το πετρέλαιο. Οι μονάδες επεξεργασίας γραφικών (GPUs) παίζουν ελάχιστο ρόλο στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Είναι αλήθεια ότι ορισμένα δάνεια τις χρησιμοποιούν ως εξασφάλιση, όμως παραμένουν δύσκολες στην αποτίμηση και στη μεταπώληση. Ουσιαστικά δεν υπάρχει αγορά παραγώγων για GPUs, που θα επέτρεπε στους επενδυτές να «τεμαχίζουν» και να μεταβιβάζουν κινδύνους (όπως εκείνον μιας απότομης πτώσης τιμών). Τα τσιπ και η υπολογιστική ισχύς που παράγουν (το λεγόμενο «compute») είναι, επομένως, ώριμα για χρηματιστικοποίηση από τη Wall Street — όπως συνέβη στο παρελθόν με το πετρέλαιο, την κατοικία και αμέτρητα άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ένα νέο κύμα καινοτόμων επιχειρήσεων φιλοδοξεί να το πετύχει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η OneChronos, μια fintech που ιδρύθηκε το 2016 με στόχο να καταστήσει πιο αποδοτικές τις συναλλαγές μετοχών. Η εταιρεία σκοπεύει να εγκαινιάσει έως τον Ιούνιο μια αγορά για υπολογιστική ισχύ, στην οποία θα μπορούν να δημοπρατούνται πακέτα αγαθών. Συνεργάζεται με την Auctionomics, που ίδρυσε ο Paul Milgrom, βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομικών το 2020. Υπάρχει επίσης η Ornn, η οποία έχει λανσάρει έναν δείκτη που παρακολουθεί τις τιμές των τσιπ, συμπεριλαμβανομένου του δημοφιλούς H100 της Nvidia. Η νεοφυής εταιρεία σχεδιάζει επίσης να πουλά δικαιώματα πώλησης (put options) —παράγωγα συμβόλαια που αποδίδουν αν οι τιμές πέσουν απότομα— πάνω σε φυσικές GPUs.

Με τον καιρό, ο συνδυασμός αξιόπιστων δεικτών αναφοράς και ρευστών αγορών παραγώγων θα μπορούσε να στηρίξει την έκδοση ομολόγων με εξασφάλιση καλάθια GPUs, παρόμοια με εκείνα που στηρίζονται σε πακέτα επιμέρους δανείων. Ελάχιστοι επενδυτές διαθέτουν λεπτομερή γνώση για τους καταναλωτές της Καλιφόρνιας ή την αγορά γραφείων του Οχάιο. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί αγοράζουν πρόθυμα ομόλογα που έχουν ως εξασφάλιση χρέη πιστωτικών καρτών και εμπορικά στεγαστικά δάνεια.

Για να δημιουργηθεί όμως μια τέτοια αγορά, πρέπει να ξεπεραστούν ορισμένα τρομακτικά εμπόδια. Ίσως το μεγαλύτερο είναι ότι τα πιο προηγμένα τσιπ τείνουν να χάνουν γρήγορα την αξία τους, καθώς ακόμη πιο ισχυρά μοντέλα εισέρχονται στην αγορά. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει τις Alphabet, Microsoft, Meta και Oracle να καταγράψουν απομειώσεις αξίας ύψους 680 δισ. δολαρίων μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Κάθε τέτοια εκτίμηση εμπεριέχει τεράστια αβεβαιότητα, αφού κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με σιγουριά πώς θα εξελιχθεί η τεχνολογία. Αυτό συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους αγοραστές δανείων που έχουν ως εξασφάλιση GPUs, οι οποίες ενδέχεται απροσδόκητα να καταρρεύσουν σε αξία. Ήδη σήμερα, για τους μεγαλύτερους αγοραστές τσιπ, η σύγκριση των πιο πρόσφατων μοντέλων με εκείνα μιας δεκαετίας πριν μοιάζει με σύγκριση ενός υπερηχητικού αεροσκάφους με μια άμαξα.

Υπάρχουν επίσης δυσκολίες στη διαπραγμάτευση της υπολογιστικής ισχύος. Οι χρήστες πρέπει να βρίσκονται σχετικά κοντά στα κέντρα δεδομένων τους, τα οποία —σε αντίθεση με τα καύσιμα— δεν μπορούν να μεταφερθούν εύκολα από τόπο σε τόπο. Έτσι, οι τιμές διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, καθώς δεν είναι εύκολο οι εμπορικές ροές να εξισορροπούν προσφορά και ζήτηση.

Αν όμως αυτά τα εμπόδια ξεπεραστούν, το έπαθλο των πιο εξελιγμένων χρηματοοικονομικών εργαλείων θα είναι τεράστιο. Τα παράγωγα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατανομή των κινδύνων —όπως το ενδεχόμενο ορισμένοι τύποι τσιπ να καταστούν ξαφνικά άνευ αξίας— σε επενδυτές που επιθυμούν να τους αναλάβουν, έναντι αμοιβής. Αυτό θα επέτρεπε σε εταιρείες των οποίων τα επιχειρηματικά μοντέλα εξαρτώνται από τις GPUs να ανησυχούν λιγότερο για την ταχεία απαξίωση των περιουσιακών τους στοιχείων και να επικεντρωθούν περισσότερο στη βελτίωση των λειτουργιών τους. Αντίστοιχα, νεοφυείς επιχειρήσεις με υψηλές ανάγκες σε υπολογιστική ισχύ θα μπορούσαν να δανείζονται ευκολότερα, αν τα δάνειά τους εξασφαλίζονταν με τσιπ, συγκεντρώνονταν σε πακέτα και πωλούνταν ως ομόλογα.

Ίσως η φρενίτιδα καινοτομίας στις GPUs —και συνεπώς ο κίνδυνος απρόβλεπτης απομείωσης της αξίας τους— να χρειαστεί να καταλαγιάσει λίγο προτού η χρηματοοικονομική αξιοποίησή τους αναπτύξει ταχύτητα. Όμως τα αμερικανικά στελέχη που βλέπουν τα πιθανά οφέλη έχουν βάσιμους λόγους αισιοδοξίας. Πολλοί ανησυχούν ότι ανταγωνιστές, ιδίως στην Κίνα, θα μπορούσαν να μιμηθούν τα επιστημονικά και τεχνολογικά τους επιτεύγματα. Μάλλον μπορούν να ανησυχούν λιγότερο για απειλές κατά της αμερικανικής «εξαιρετικότητας» στον τομέα της χρηματοοικονομικής μηχανικής.

Σε μια εποχή υλικού εξοπλισμού και σκληρής ισχύος, είναι εύκολο να ξεχνά κανείς τη σημασία της χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής που μπορεί να ενώσει κατακερματισμένες αγορές. Η ικανότητα αποτίμησης, ομαδοποίησης και μεταβίβασης κινδύνου αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα. Μπορεί να απελευθερώσει κεφάλαια, να μειώσει το κόστος δανεισμού και, έτσι, να επιταχύνει την ανάπτυξη ολόκληρων κλάδων. Επιπλέον, οι χρηματοοικονομικοί μηχανικοί, ιδίως στη Δύση, έχουν γίνει εξαιρετικά ικανοί σε αυτό. Αν τα τσιπ μπορούν να χρηματιστικοποιηθούν, η Wall Street θα το κάνει.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.