«Καθάρματα!» λέει ο Juan, ξεναγός στην Παλιά Αβάνα, αν τον ρωτήσετε τι γνώμη έχει για τους Αμερικανούς. Παρότι θα ήθελε ευχαρίστως να απαλλαγεί από την κουβανική κυβέρνηση, η οποία «δεν κάνει τίποτα για τον λαό», η πίεση που ασκεί ο Donald Trump στο καθεστώς δυσκολεύει όσο ποτέ άλλοτε τη ζωή του ίδιου και των άλλων Κουβανών. Οι ιδεολογικές ανησυχίες έρχονται σε μακρινή δεύτερη μοίρα μπροστά στις δυσκολίες της καθημερινότητας: να πάνε τα παιδιά στο σχολείο, να υπάρχει αρκετή βενζίνη στο αυτοκίνητο, και φαγητό στο τραπέζι.
Η έλλειψη ενέργειας ήταν ένα συντριπτικό πρόβλημα ακόμη και πριν η προσοχή του κ. Trump στραφεί στην Κούβα. Η απειλή του να επιβάλει δασμούς σε χώρες που προμηθεύουν την Κούβα με πετρέλαιο έχει μετατραπεί σε αποτελεσματικό εμπάργκο. Ο τουρισμός κατέρρευσε. Οι αεροπορικές εταιρείες δεν μπορούν πλέον να ανεφοδιάζονται στην Αβάνα. Τα τουριστικά λεωφορεία παραμένουν αδρανή. Η τιμή των τροφίμων, όταν μπορούν να βρεθούν, έχει εκτοξευθεί μαζί με το κόστος των μεταφορών. Η βενζίνη, που επισήμως τιμολογείται στα 1,10 δολάρια το λίτρο, διανέμεται μέσω μιας εφαρμογής. Οι πρεσβείες λαμβάνουν ποσοστώσεις ανάλογα με το μέγεθος, τον στόλο αυτοκινήτων -και τη φιλικότητα (η Ρωσία απολαμβάνει μια γενναιόδωρη ποσότητα). Στη μαύρη αγορά ένα λίτρο κοστίζει 4.000 πέσος (8 δολάρια). Πολλές οδικές αρτηρίες είναι απόκοσμα ήσυχες. Πολλά φώτα των δρόμων δεν ανάβουν πλέον τη νύχτα. Οι διακοπές ρεύματος, που ήδη μετριούνται σε ώρες, παρατείνονται. Οι σόμπες με κάρβουνο επανεμφανίζονται για να μαγειρεύουν φαγητό.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει οικονομία. Αρκετά μεγάλα ξενοδοχεία που ανήκουν στην Gaesa, τον στρατιωτικό όμιλο που κυριαρχεί στον τουρισμό, έχουν κλείσει και οι εναπομείναντες επισκέπτες συγκεντρώνονται σε μερικά που παραμένουν ανοιχτά, ώστε να εξοικονομηθούν καύσιμα. Οι γραφειοκράτες έχουν διαταχθεί να εργάζονται από το σπίτι τους. Το κράτος επέτρεψε επίσης στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να αρχίσουν να εισάγουν τα δικά τους καύσιμα, εφόσον μπορούν να τα προμηθευτούν, χαλαρώνοντας το μονοπώλιο της Gaesa.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο θα μπορούσαν να είναι, και όχι μόνο επειδή το νησί καλύπτει το 40% των αναγκών του σε καύσιμα με το δικό του βαρύ, θειούχο αργό πετρέλαιο. Ο κ. Trump έχει εμμονή με το πετρέλαιο, αλλά η Κούβα αναπτύσσει μια εναλλακτική πηγή ενεργειακού εφοδιασμού με ρυθμούς ρεκόρ: ηλιακούς συλλέκτες που εισάγονται από την Κίνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία κινεζικών εξαγωγών που συγκέντρωσε το Ember, ένα κέντρο μελετών, κατά τους 12 μήνες έως τον Απρίλιο του 2025 οι εισαγωγές κινεζικών ηλιακών συλλεκτών από την Κούβα αυξήθηκαν κατά 34 φορές, ταχύτερα από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Το νησί που πριν από λίγα χρόνια δεν είχε σχεδόν καθόλου ηλιακή ενέργεια, έχει φτάσει σε επίπεδα που το βοηθούν να αντιμετωπίσει το εμπάργκο του κ. Trump.
Για αυτήν την έκρηξη ευθύνεται κυρίως η ενεργειακή πολιτική του καθεστώτος. Τον Μάρτιο του 2024 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα σχέδιο για την κατασκευή μέχρι το 2028, δύο γιγαβάτ ηλιακής ενέργειας. Για τη χρηματοδότηση και την κατασκευή, αλλά και για τους ίδιους τους ηλιακούς συλλέκτες, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα. Στις 11 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι νέες ηλιακές εγκαταστάσεις της παρήγαγαν σχεδόν ένα γιγαβάτ ενέργειας κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής αιχμής, αρκετή εκείνη τη στιγμή για να καλύψει τις ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια του ενός τρίτου της χώρας. Η κυβέρνηση λέει τώρα ότι μέχρι το 2030, στοχεύει οι ανανεώσιμες να παρέχουν, το 24% της ηλεκτρικής ενέργειας της Κούβας, από περίπου 5% το 2024.
Η κρίση που πυροδότησε ο κ. Trump διεύρυνε τον τρόπο σκέψης περισσότερων ντόπιων όσον αφορά την ελεύθερη ενέργεια από τον ήλιο. Επιχειρήσεις και νοικοκυριά την αξιοποιούν όπου μπορούν. Η Marta Deus, η οποία διευθύνει την Mandao, μια εταιρεία διανομής τροφίμων, έχει εγκαταστήσει ηλιακούς συλλέκτες στο γραφείο της. «Η ζήτηση είναι μεγάλη», αναφέρει μια πωλήτρια στην Copextel, ένα κρατικό κατάστημα λιανικής πώλησης που εμπορεύεται ηλιακούς συλλέκτες και θερμοσίφωνες.
Η αιχμή της ζήτησης έρχεται με τη δύση του ηλίου, το βράδυ. Οι ηλιακοί συλλέκτες από μόνοι τους δεν μπορούν να βοηθήσουν. Όμως, οι Κουβανοί εισάγουν τώρα και κινεζικές μπαταρίες με φρενήρεις ρυθμούς. Τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα πολλαπλασιάζονται επίσης (βλ. διάγραμμα). Ο Carlos Alzugaray, πρώην κουβανός διπλωμάτης, οδηγεί στην Αβάνα ένα κινεζικής κατασκευής Dongfeng. Το αγόρασε το 2024, σε μεγάλο βαθμό λόγω της αυξανόμενης έλλειψης καυσίμων. Μια εταιρεία που ονομάζεται Ecocargo διαχειρίζεται έναν μικρό στόλο ηλεκτρικών ταξί και φορτηγών διανομής. «Η Κούβα μπορεί να βιώσει την ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση στον κόσμο», λέει ένας Κουβανός οικονομολόγος που ζει στην Αβάνα, ο οποίος ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Όσο άφθονοι και φθηνοί και αν είναι οι κινεζικοί ηλιακοί συλλέκτες, δεν μπορούν να αποτρέψουν την τρέχουσα κρίση. Ένα σετ οικιακών ηλιακών συλλεκτών από την Copextel κοστίζει περίπου 5.000 δολάρια, ποσό που είναι απρόσιτο για τις περισσότερες οικογένειες. Η ιδιωτική αγορά επιτρέπεται, αλλά ελάχιστες επιχειρήσεις θέλουν να πουλήσουν στην Κούβα υπό το αμερικανικό εμπάργκο. Και ακόμη και οι επιχειρήσεις που είναι πρόθυμες και ικανές να επενδύσουν στην ηλιακή ενέργεια εξακολουθούν να παραμένουν κολλημένες αν ξεμείνουν από καύσιμα σήμερα. Ο Aldo Álvarez της Mercatoria, μιας άλλης εταιρείας διανομής, λέει ότι ανέστειλε τη λειτουργία της την περασμένη εβδομάδα λόγω έλλειψης καυσίμων.
Προς το παρόν, η αμερικανική εκστρατεία πίεσης πλήττει περισσότερο τους απλούς Κουβανούς παρά αποδυναμώνει τους κυβερνώντες. Παράλληλα, αναδεικνύει την ηλιακή ενέργεια σε ακόμη πιο κρίσιμη και πολύτιμη πηγή ηλεκτροδότησης σε σύγκριση με τις εισαγωγές πετρελαίου. Ωστόσο, οι επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις της Κούβας στην εξυπηρέτηση του χρέους της ενδέχεται να αρχίσουν να αποθαρρύνουν την Κίνα, αναστέλλοντας τη χρηματοδότηση νέων έργων εγκατάστασης ηλιακών συλλεκτών. Και η επιθετική στάση του κ. Τραμπ δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ενισχύει αυτή τη διστακτικότητα.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.