Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού αιώνα, η Κίνα δημιούργησε τεράστιο πλούτο από την εκτεταμένη φτώχεια. Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το δύσκολο κομμάτι: πώς θα τον μεταβιβάσει στην επόμενη γενιά. Για την Κίνα, αυτός είναι ένας νέος και υποτιμημένος κίνδυνος. Με την τρέχουσα πορεία της, η πρώτη μεγάλη διαγενεακή μεταβίβαση στη σύγχρονη ιστορία της Κίνας θα διευρύνει την ανισότητα, θα εδραιώσει τα προνόμια και θα γεννήσει δυσαρέσκεια. Η κυβέρνηση, η οποία είναι αφοσιωμένη στην «κοινή ευημερία», παραμένει σοκαριστικά αδιάφορη για το τι σημαίνει κάτι τέτοιο.
Το 1978, στις παραμονές της οικονομικής απογείωσης της Κίνας, τα περιουσιακά στοιχεία του μέσου νοικοκυριού σε σημερινά χρήματα άξιζαν μόλις 1.500 δολάρια. Τώρα, το νούμερο αυτό έχει φτάσει περίπου τα 170.000 δολάρια, μια εκατονταπλάσια πραγματική αύξηση. Δυστυχώς, οι καρποί είναι άνισοι. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Βάση Δεδομένων Ανισότητας, το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού κατέχει σήμερα σχεδόν το 70% του συνολικού ιδιωτικού πλούτου της Κίνας, ποσοστό περίπου ίσο με αυτό της Αμερικής και αρκετά υψηλότερο από τις περισσότερες προηγμένες οικονομίες,. Παράλληλα, το πλουσιότερο 10%, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Κίνας, γερνάει με γρήγορους ρυθμούς. Οι κληρονόμοι τους είναι έτοιμοι για απροσδόκητα κέρδη.
Σε ολόκληρο τον πλούσιο κόσμο, ο αυξανόμενος κληρονομικός πλούτος δημιουργεί μια τάξη που έχει μεγαλύτερη τάση να αναζητά φορολογικά παραθυράκια παρά να αγωνίζεται ή να καινοτομεί. Η Κίνα θα έχει τα ίδια προβλήματα, αλλά και πολλά άλλα. Πρώτον, η κληρονομικοκρατία της είναι ολοκαίνουργια. Μόλις στη δεκαετία του 1990, οι άνθρωποι άρχισαν να συσσωρεύουν πολλά περιουσιακά στοιχεία, όταν η Κίνα επέτρεψε τα ιδιόκτητα σπίτια. Ταυτόχρονα ξεκίνησε και η επιχειρηματική έκρηξη, η οποία «παρήγαγε» εκατομμύρια εκατομμυριούχους και εκατοντάδες δισεκατομμυριούχους. Από αυτούς που είχαν περιουσία τουλάχιστον 5 δισ. γιουάν (720 εκατ. δολάρια) το 2016, το 23% ήταν άνω των 60 ετών. Σήμερα, σε αυτή την ηλικία είναι το 49%.
Μια ακόμη ξεχωριστή πτυχή της Κίνας είναι η δημογραφική δομή της κοινωνίας της. Παρόλο που ορισμένες υπερ-πλούσιες οικογένειες αγνόησαν την πολιτική του ενός παιδιού, οι περισσότεροι κάτοικοι των πόλεων την τήρησαν. Έτσι, η περιουσία δύο γονέων πρόκειται πλέον να περάσει σε έναν και μοναδικό κληρονόμο. Σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίζονται πλέον νέες, αποκλειστικές λέσχες και σύγχρονοι «προξενητές», που φέρνουν κοντά τους πιο εύπορους, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το ήδη σημαντικό τους προβάδισμα από κληρονομιά.
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Παρόλο που οι μισθολογικές ανισότητες έχουν μειωθεί ελαφρώς, ο πλούτος αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Πρόκειται για μια απότομη μετάβαση για την Κίνα: από μια εποχή όπου κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι η σκληρή δουλειά αρκεί για να πετύχει κανείς, σε μια πιο σκοτεινή αποδοχή ότι αυτό που τελικά μετρά είναι το «σωστό περιβάλλον γέννησης», όπως εύστοχα σχολιάζεται. Την ίδια στιγμή, η απότομη πτώση των τιμών των ακινήτων έχει πλήξει σχεδόν ολόκληρη τη μεσαία τάξη, για την οποία η κατοικία αποτελούσε το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο. Αντίθετα, οι υπερ-πλούσιοι, με πιο διαφοροποιημένες επενδύσεις, έχουν καταφέρει να βγουν σχεδόν αλώβητοι.
Η πιο σοβαρή συνέπεια ίσως είναι η εμφάνιση μιας νέας κοινωνικής ρωγμής. Για χρόνια, οι Κινέζοι διακρίνονταν από μια σχεδόν μεταφυσική αισιοδοξία, πιστεύοντας βαθιά στη δικαιοσύνη της ζωής, ακόμη και όταν οι φτωχότεροι είχαν ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες καταγράφουν μια αισθητή άνοδο της απαισιοδοξίας — και, δεδομένων των δυσκολιών στην αποτύπωση της κοινής γνώμης, ίσως η πραγματική έκταση του φαινομένου να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Για την κυβέρνηση, αυτό γεννά ανησυχίες για κοινωνική αστάθεια, έστω κι αν διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου των αναταραχών. Παράλληλα, υπάρχει ο φόβος ότι οι νέοι θα αποστασιοποιηθούν από τον εξαντλητικό ανταγωνισμό ή θα επαναπαυθούν στον ήδη υπάρχοντα πλούτο τους. Με την ανεργία των νέων να ξεπερνά το 16%, όλο και περισσότεροι αμφισβητούν έναν τρόπο ζωής που απαιτεί αδιάκοπη πίεση και θυσίες. Καθώς η «μεγάλη κληρονομιά» περνά στις επόμενες γενιές, το δυναμικό, φιλόδοξο πνεύμα που οδήγησε την άνοδο της χώρας ίσως αρχίσει να φθίνει.Οι επίμονες ανισότητες εντείνουν και τις οικονομικές στρεβλώσεις: οι εύποροι τείνουν να καταναλώνουν μικρότερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε σύγκριση με τους φτωχότερους, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τα χαμηλά επίπεδα κατανάλωσης στην Κίνα.
Παρά τις δηλώσεις του Προέδρου Xi Jinping για μεγαλύτερη ισότητα, η επίσημη πολιτική φαίνεται να υστερεί σημαντικά στο ζήτημα της κληρονομιάς. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αντιτίθεται σε μια ουσιαστική αναδιανομή του πλούτου. Υιοθετεί μια σχεδόν «θατσερική» ηθική στάση απέναντι στα επιδόματα, φοβούμενο ότι θα αποθαρρύνουν την εργασία. Προτιμά να στηρίζεται στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, ώστε τα οφέλη να διαχέονται πιο ισόρροπα. Ωστόσο, η παράβλεψη του συσσωρευμένου πλούτου κινδυνεύει να παγιώσει βαθιές ανισότητες.
Η λύση, πάντως, δεν χρειάζεται να είναι ριζοσπαστική. Η Κίνα θα μπορούσε να εστιάσει στη φορολόγηση του κεφαλαίου — ένα εμφανές κενό στο σημερινό φορολογικό της σύστημα. Δεν διαθέτει ούτε φόρο κληρονομιάς ούτε τακτικό φόρο ακίνητης περιουσίας, ενώ ο φόρος υπεραξίας είναι γεμάτος εξαιρέσεις. Παράλληλα, η φορολογία εισοδήματος παραμένει πολύπλοκη και δυσλειτουργική. Σε συνδυασμό με τις μειώσεις στους φόρους κατανάλωσης, το αποτέλεσμα είναι ότι τα συνολικά φορολογικά έσοδα της χώρας (εξαιρουμένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης) έχουν μειωθεί την τελευταία δεκαετία από το 18% στο 13% του ΑΕΠ — περίπου στα τρία τέταρτα του επιπέδου συγκρίσιμων οικονομιών. Κάποιοι ανησυχούν ότι ο Xi επαναφέρει τη χώρα στον μαρξισμό. Ελάχιστοι όμως παρατηρούν ότι, ίσως άθελά του, την έχει μετατρέψει εν μέρει σε έναν ιδιότυπο φορολογικό παράδεισο.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Κίνα επανέρχεται συχνά στην υπόσχεση ότι θα εξετάσει την καθιέρωση φόρου κληρονομιάς, χωρίς όμως να την έχει υλοποιήσει μέχρι σήμερα. Την ίδια στιγμή, η προώθηση ενός φόρου ακίνητης περιουσίας προχωρά με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς.Πού οφείλεται αυτή η καθυστέρηση; Ορισμένοι αξιωματούχοι εκφράζουν τον φόβο ότι τέτοιου είδους φόροι θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη ή να ωθήσουν τους εύπορους να μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό. Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα πειστικά.Αντιθέτως, η διεύρυνση των ανισοτήτων ενδέχεται να υπονομεύσει την ίδια την ανάπτυξη, ενώ η Κίνα σίγουρα διαθέτει τα μέσα να περιορίσει την εκροή κεφαλαίων, μέσω της επιβολής αυστηρών ελέγχων.
Μια πιο πειστική εξήγηση είναι ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα φοβάται τις πολιτικές επιπτώσεις. Η φορολόγηση του πλούτου απαιτεί την καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων. Αυτό δυσκολεύει την έναρξη επιβολής φόρου ακίνητης περιουσίας, εν μέρει επειδή πολλοί διεφθαρμένοι αξιωματούχοι έχουν πολλά σπίτια. Ο εξαναγκασμός των πολιτικών ελίτ να δημοσιοποιήσουν περιουσιακά στοιχεία θα αποκάλυπτε τη διάχυτη δωροδοκία – και θα προκαλούσε ένα προληπτικό κύμα πωλήσεων κατοικιών τη στιγμή που η αγορά ακινήτων είναι ήδη αδύναμη. Πέρα από τους αξιωματούχους, υπάρχει ανάγκη να δικαιολογηθεί η αύξηση των φόρων στο κοινό, ιδίως στους πλούσιους που θα χάσουν τα περισσότερα. Η αδράνεια του κ. Χi όσον αφορά τους φόρους είναι μια υπενθύμιση ότι, παρ’ όλη τη δύναμή του, εξακολουθεί να είναι επιφυλακτικός στο να προκαλέσει αντίσταση.
Οι ηγέτες της Κίνας, οι οποίοι μερικές φορές εξυμνούνται για την τεχνοκρατική τους ευφυΐα, αργούν σταθερά να διορθώσουν τα προφανή λάθη. Δίστασαν πολύ να τερματίσουν την πολιτική του ενός παιδιού, να ξεφουσκώσουν τη φούσκα των ακινήτων και να υποχωρήσουν από τη στρατηγική του μηδενικού covid. Για άλλη μια φορά, αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα που κινείται αργά αλλά είναι εύκολα ορατό: τη μεταφορά τεράστιου πλούτου. Ο κίνδυνος είναι να ξυπνήσουν σε μία ή δύο δεκαετίες και να δουν ότι έχουν γαλουχήσει μια μόνιμη πλούσια ελίτ πάνω σε μια απογοητευμένη κοινωνία.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.