Πώς ο πόλεμος στο Ιράν πλήττει τους Αμερικανούς αγρότες

Η εκτίναξη των τιμών των λιπασμάτων αποτελεί πλήγμα για μια βιομηχανία που ήδη χωλαίνει

Αγρότες στις ΗΠΑ © Kelsey Todd/Unsplash

Ο Jay Coker καλλιεργεί αρκετό ρύζι κάθε χρόνο ώστε κάθε Αμερικανός να έχει μισή μερίδα. Τον Απρίλιο θα αρχίσει να φυτεύει τους ορυζώνες του στα λιβάδια του Αρκάνσας. Όμως, η φετινή σοδειά θα κοστίσει περισσότερο από το συνηθισμένο. Μέσα σε σχεδόν τρεις εβδομάδες από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος με το Ιράν, η τιμή του λιπάσματος που χρησιμοποιεί αυξήθηκε κατά 50 δολάρια το στρέμμα, προσθέτοντας από το πουθενά 200.000 δολάρια στο κόστος του. «Ανησυχούμε πολύ με αυτή την εξέλιξη», λέει. «Τα περιθώρια κέρδους είναι ελάχιστα».

Οι αγορές έχουν αναστατωθεί από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας από τότε που το Ιράν ουσιαστικά έκλεισε το Στενό του Ορμούζ στις 2 Μαρτίου. Η υδάτινη οδός είναι κρίσιμο σημείο διέλευσης για το πετρέλαιο, αλλά μεταφέρει και άλλα εμπορεύματα. Περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων θαλάσσιων προμηθειών λιπασμάτων, μεγάλο μέρος των οποίων παράγεται από υποπροϊόντα πετρελαίου και φυσικού αερίου, περνά από εκεί. Μετά το κλείσιμο, η τιμή της ουρίας, του πιο συνηθισμένου αζωτούχου λιπάσματος, αυξήθηκε κατά 20% στο λιμάνι της Νέας Ορλεάνης. Άλλες τέτοιες χημικές ουσίες έχουν επίσης γίνει ακριβότερες (βλ. διάγραμμα). Οι αγρότες σε όλη την Αμερική αισθάνονται πίεση.

Ορισμένοι έκλεισαν συμβόλαια προμήθειας λιπασμάτων νωρίτερα αυτό το χειμώνα, θωρακίζοντας τον εαυτό τους από τη μεταβλητότητα. Όμως άλλοι αυτή τη στιγμή παλεύουν να επιβιώσουν. Χωρίς τις χημικές ουσίες, οι αποδόσεις μπορεί να μειωθούν έως και στο μισό. Πολλοί λένε ότι αυτή την άνοιξη σκοπεύουν να στραφούν από λιπασματοβόρες καλλιέργειες, όπως ο αραβόσιτος, σε λιγότερο εντατικές εναλλακτικές, όπως η σόγια. «Είμαστε εδώ έξω και προσπαθούμε να βρούμε πώς θα ταΐσουμε τα βοοειδή, να διαχειριστούμε την κατάσταση και να πληρώσουμε τους λογαριασμούς του επόμενου έτους», λέει η Heather Hampton Knodle, αγρότισσα πέμπτης γενιάς στο Ιλινόις. «Και μετά οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβαρδίζουν το Ιράν και υποτίθεται ότι πρέπει να αντισταθμίσουμε τις συνέπειες;»

Ακόμη και πριν τον πόλεμο, πολλοί αγρότες αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες. Οι καλλιέργειες ρυζιού, σόγιας και καλαμποκιού δεν αποφέρουν κέρδη εδώ και χρόνια. Ο πληθωρισμός έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος των μηχανημάτων και της γης, ενώ οι δασμοί που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν προσθέσει επιπλέον πίεση. (Οι παραγωγοί σόγιας εξακολουθούν να πλήττονται από τα αντίποινα της Κίνας, η οποία μείωσε τις αγορές της). Την ίδια στιγμή, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων έχουν υποχωρήσει. Οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες έχουν αυξήσει την προσφορά, ενώ ο ανταγωνισμός από χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Ρωσία έχει ενταθεί. Τον Σεπτέμβριο, ο επικεφαλής της Εθνικής Ένωσης Παραγωγών Καλαμποκιού των ΗΠΑ προειδοποίησε για μια μεταφορική «πυρκαγιά τεσσάρων συναγερμών στην ύπαιθρο». Δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε πέρυσι έδειξε ότι το 12% των μελών της εξέταζε το ενδεχόμενο να συνταξιοδοτηθεί ή να εγκαταλείψει το επάγγελμα μέσα στη χρονιά.

Η αγροτική ενδοχώρα των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει ασυνήθιστα πιστή στον κ. Trump. Σε κομητείες όπου η γεωργία παράγει τουλάχιστον το ένα τέταρτο του εισοδήματος, στις εκλογές του 2024κέρδισε το 78% των ψήφων, βελτιώνοντας τις επιδόσεις του σε σχέση με τις δύο προηγούμενες προεδρικές αναμετρήσεις. Ωστόσο, ένας πόλεμος που καθιστά τη δουλειά των αγροτών δυσκολότερη ενδέχεται να δοκιμάσει αυτή την αφοσίωση. Σε επιστολή προς τον Λευκό Οίκο, η American Farm Bureau Federation, μια ισχυρή αγροτική οργάνωση πίεσης, ευχαρίστησε τον πρόεδρο επειδή, με πακέτο έκτακτης βοήθειας ύψους 12 δισ. δολαρίων, έθεσε τους αγρότες «σε καλύτερη οικονομική βάση». Παράλληλα όμως προειδοποίησε ότι οι υψηλές τιμές των λιπασμάτων μπορεί να επιτείνουν την οικονομική πίεση στον αγροτικό κόσμο. Ζήτησε μάλιστα την αναστολή των αντισταθμιστικών δασμών στα λιπάσματα και την αποστολή ναυτικών δυνάμεων για τη συνοδεία των φορτίων μέσω των στενών. (Οι ειδικοί, ωστόσο, εκτιμούν ότι τέτοιες συνοδείες δεν θα έλυναν το πρόβλημα.) Η κα Hampton Knodle θεωρεί ότι τα προβλήματα είναι πλέον τόσο βαθιά, ώστε ένα μόνο πακέτο οικονομικής στήριξης δεν αρκεί να τα επιλύσει.

Ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε αύριο, μεγάλο μέρος της ζημίας έχει ήδη γίνει. Η Stephanie Roth, της εταιρείας οικονομικών συμβούλων Wolfe Research, εκτιμά ότι οι ανατροπές στην εφοδιαστική αλυσίδα των λιπασμάτων θα ανεβάσουν τις τιμές των τροφίμων κατά 2% για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Εάν η σύγκρουση αποδειχθεί μεγαλύτερης διάρκειας από την αναμενόμενη, ο αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι χειρότερος. Σε αντίθεση με ένα πετρελαϊκό σοκ, όπου οι τιμές στην αντλία αυξάνονται μέσα σε μια εβδομάδα, αυτές οι αυξήσεις θα χρειαστούν τρεις έως έξι μήνες για να φτάσουν στα ράφια των παντοπωλείων. Μέχρι τότε οι Ρεπουμπλικάνοι θα κάνουν εκστρατεία σε όλη τη χώρα για τις ενδιάμεσες εκλογές και θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί οι υψηλές τιμές δεν είναι λάθος του κόμματός τους.

Ο κ. Coker, καλλιεργητής ρυζιού, δεν κατηγορεί τον κ. Trump. Λέει ότι ο πρόεδρος, εξαπολύοντας πόλεμο κατά του Ιράν, ανταποκρίνεται στις απειλές για την αμερικανική ασφάλεια και προσπαθεί να σταθεροποιήσει μια ασταθή περιοχή. Παρόλα αυτά, ανησυχεί. Ίσως ο κ. Trump βρει τρόπους να αποζημιώσει τους αγρότες για τις επιπτώσεις της στρατιωτικής του περιπέτειας. Αν όχι, τα προβλήματά τους θα γίνουν προβλήματα όλων των άλλων.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.