Αφού ξεπέρασε το 10% στα τέλη του 2022, εξαιτίας των αναταράξεων στις εφοδιαστικές αλυσίδες επί πανδημίας, των υπερβολικά γενναιόδωρων επιδοτήσεων από τις κυβερνήσεις και της ενεργειακής κρίσης από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο μέσος όρος του πληθωρισμού στον πλούσιο κόσμο ξεκίνησε να υποχωρεί. Στις αρχές του τρέχοντος έτους προσέγγιζε το 2% και οι κεντρικοί τραπεζίτες πίστευαν πως είχαν δαμάσει το τέρας του πληθωρισμού.
Καθώς έστρεφαν αλλού την προσοχή τους, ωστόσο, το βλέμμα του έγινε ξανά σπινθηροβόλο. Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στις αγορές ενέργειας για μία ακόμη φορά. Ακόμη και αν ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, προσπαθεί να καλμάρει τις αγορές, ισχυριζόμενος ότι θα λήξουν οι εχθροπραξίες, οι πετρελαϊκές ροές από τα Στενά του Ορμούζ είναι πιθανότατα έως και 97% χαμηλότερες από τα φυσιολογικά επίπεδα. Αντιμέτωπη με τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις των εχθρών της στο πεδίο της μάχης, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αντεπιτίθεται με τον βομβαρδισμό των εργοστασίων φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου. Οι τιμές ενέργειας έχουν σκαρφαλώσει ξανά στα ύψη. Η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ κυμαίνεται στα 100 δολάρια το βαρέλι, από τα 60 δολάρια στις αρχές του έτους. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν, επίσης, αυξηθεί.
Ευτυχώς, αυτή η αναταραχή θα πρέπει να επιδεινωθεί πολύ περισσότερο για να οδηγηθεί η παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Δυστυχώς, όμως, θα γιγαντωθεί η αγανάκτηση της κοινής γνώμης από την άνοδο του κόστους διαβίωσης. Σε κάποιο σημείο η άνοδος του κόστους ενέργειας θα οδηγήσει σε πτώση την παραγωγή, διότι θα υποχωρήσουν τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών λόγω των αυξημένων δαπανών σε καύσιμα και ενέργεια. Οι καταναλωτές θα αναγκαστούν να πληρώσουν πιο πολλά για βενζίνη και έτσι να περιορίσουν τις υπόλοιπες δαπάνες. Πρόσφατη μελέτη της συμβουλευτικής εταιρείας Oxford Economics συμπεραίνει ότι εάν οι τιμές του πετρελαίου σταθεροποιηθούν στα 140 δολάρια το βαρέλι για ένα δίμηνο, τότε η παγκόσμια οικονομία θα οδηγηθεί σε ήπια ύφεση. Έρευνα οικονομολόγων που διενήργησε η Wall Street Journal καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα 138 δολάρια το βαρέλι είναι το σημείο καμπής. Πολλοί οικονομολόγοι προέβλεπαν επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας ακόμη και πριν από το χάος στη Μέση Ανατολή. Η αμερικανική καταναλωτική εμπιστοσύνη ήταν ήδη κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και οριακά υψηλότερα σε άλλα μέρη του κόσμου.
Αυτό το σενάριο μπορεί να είναι ακόμη πιο απαισιόδοξο. Έρευνα της Deutsche Bank δείχνει ότι ρόλο παίζει το μέγεθος της μεταβολής των τιμών του πετρελαίου και όχι απλά εάν είναι υψηλά τα επίπεδά τους. Η ύφεση των ΗΠΑ τη διετία 1973-75 ήταν τόσο βαθιά διότι είχαν τριπλασιαστεί οι τιμές του πετρελαίου σε μικρό χρονικό διάστημα. Δεν έχουν καν διπλασιαστεί από τις αρχές του 2026 μέχρι σήμερα. Ο Στίβεν Λόμπαρτ της TS Lombard κάνει μια συγκριτική αναφορά στην κρίση που προκλήθηκε τη δεκαετία του ’90 από την άνοδο της τιμής του αργού πετρελαίου κατά 166%. Για να προκληθεί μια αντίστοιχη κρίση υπό τις τρέχουσες συνθήκες θα πρέπει να φτάσει η τιμή του αργού στα 175 δολάρια το βαρέλι. Η σημερινή κρίση μοιάζει περισσότερο με το άνοιγμα μιας ηλεκτρικής ράβδου για τα βοοειδή, παρά με το πέσιμο μιας τοστιέρας στην μπανιέρα.
Επιπλέον, η παγκόσμια οικονομία ήρθε αντιμέτωπη με την ενεργειακή κρίση σε μια σχετική εύρωστη κατάσταση. Οι πραγματικοί μισθοί στις ανεπτυγμένες οικονομίες αναπτύσσονται τουλάχιστον κατά 1%, σε ετήσια βάση. Κατά τη διάρκεια του δ’ τριμήνου του 2025 τα εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν παγκοσμίως κατά 15%, σε ονομαστικούς όρους, σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Πρόσφατα στοιχεία υποδεικνύουν ότι επιταχυνόταν η ανάπτυξη στον πλούσιο κόσμο. Είναι λίγοι οι επενδυτές που διαβλέπουν ύφεση στην παγκόσμια οικονομία, παρά τη μεγάλη νευρικότητα που επικρατεί στις αγορές ενέργειας. Υπολογισμοί της Goldman Sachs, μιας τράπεζας, που αναλύουν συνδυαστικά μετοχές, νομίσματα και άλλα περιουσιακά στοιχεία, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι επενδυτές διαβλέπουν την πιθανότητα μιας ήπιας επιβράδυνσης και όχι ύφεσης.
Από τα ίδια στοιχεία, όμως, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι επενδυτές ανησυχούν πολύ περισσότερο για τον πληθωρισμό. Οι προβλέψεις για την πορεία του πληθωρισμού βρίσκονται στα ύψη. Μία από τις επικρατέστερες απόψεις μεταξύ οικονομολόγων είναι ότι με μια παγιωμένη άνοδο των τιμών του πετρελαίου κατά 10 δολάρια το βαρέλι προστίθεται ένα 0,3 με 0,4 μιας ποσοστιαίας μονάδας στον πληθωρισμό.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες ίσως να μην μπορούν να είναι τόσο αποτελεσματικές στον έλεγχο του πληθωρισμού σε σχέση με το 2022. Πιθανότατα οι εταιρείες να περάσουν ταχύτερα σε ανατιμήσεις απ’ ό,τι το 2022-23, έχοντας καταφέρει να αυξήσουν τις τιμές χωρίς μεγάλες επιπτώσεις στα αποτελέσματά τους. Οι κεντρικές τράπεζες, παράλληλα, μπορεί να διστάσουν να προχωρήσουν σε αύξηση των επιτοκίων, προκειμένου να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό. Ο κ. Τραμπ ενδεχομένως να εξαγριωθεί εάν ο Κέβιν Γουόρς -το πρόσωπο που επέλεξε να ηγηθεί της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, διότι είναι υπέρ μιας χαλαρής νομισματικής πολιτικής- ξεκινούσε τη θητεία του σε λίγους μήνες με μια αύξηση των επιτοκίων.
Αν και δεν είναι πάντα αξιόπιστα τα τρέχοντα οικονομικά στοιχεία, σήμερα σηματοδοτούν μια επάνοδο των πληθωριστικών πιέσεων. Η συμβουλευτική Alternative Macro Signals αναλύει εκατομμύρια ειδησεογραφικά άρθρα. Ο δείκτης της εταιρείας για τον πληθωρισμό, ένα χρήσιμο εργαλείο για την πρόβλεψη των επίσημων στοιχείων, έχει παρουσιάσει σημαντική άνοδο. Εάν ισχύουν οι ιστορικές τάσεις, τότε ο παγκόσμιος μηνιαίος πληθωρισμός ενδεχομένως να ξεπεράσει το 0,6% τον Ιούλιο, που σημαίνει ότι σε ετήσια βάση θα έχει υπερβεί το 7%. Ανησυχητικά μηνύματα προέρχονται και από αλλού. Η Truflation, μία ακόμη συμβουλευτική εταιρεία, αναλύει τιμές σε πραγματικό χρόνο από διάφορες πηγές. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ετήσιος πληθωρισμός έχει εκτοξευθεί στις ΗΠΑ από λίγο χαμηλότερα του 1% σε σχεδόν στο 3,5% αυτόν τον μήνα. Αυτή η άνοδος αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των τιμών καυσίμων.
Εάν οι κεντρικές τράπεζες δεν προτρέξουν για να εμποδίσουν μια νέα κρίση στο κόστος διαβίωσης, τότε οι κυβερνήσεις ίσως χρειαστεί να παρέμβουν για να απορροφήσουν τους κραδασμούς από αυτές τις νέες ανατιμήσεις. Την περίοδο 2022-23 οι κυβερνώντες στην Ευρώπη διοχέτευσαν, κατά μέσον όρο, περίπου το 3% με 4% του ΑΕΠ για να περιορίσουν τις συνέπειες στα νοικοκυριά από τη μεγάλη αύξηση των ενεργειακών δαπανών. Με τα μέτρα αυτά, οι φτωχότεροι της Ευρώπης απέφυγαν μια σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών επιβίωσης. Αλλά το δημοσιονομικό κόστος ήταν τεράστιο. Ίσως το ήμισυ των δαπανών δεν ήταν στοχευμένο, με αποτέλεσμα οι πλούσιοι -οι μεγαλύτεροι καταναλωτές ενέργειας, που είχαν τη λιγότερη ανάγκη για βοήθεια- να ωφεληθούν περισσότερο.
Θα επιλέξουν οι κυβερνήσεις πιο στοχευμένα μέτρα αυτήν τη φορά; Σε μια περίοδο που η κοινή γνώμη είναι οργισμένη, δεν μπορεί να στοιχηματίσει κανείς σε κάτι τέτοιο. Η πιο μακροχρόνια επίπτωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή μπορεί να είναι η επιδείνωση των δημοσιονομικών προβλημάτων του πλούσιου κόσμου.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.