Η OpenAI έχει αυτό που ο κλάδος των δημοσίων σχέσεων θα αποκαλούσε πρόβλημα εικόνας. Η δημιουργός του ChatGPT πρέπει να πείσει τους επενδυτές για τη μελλοντική κερδοφορία της και όλους τους άλλους —τους εργαζόμενους, τους ψηφοφόρους, το επαναστατημένο κοινό— για την ανθρωπιά της. Και τα δύο είναι δύσκολα. Τόσο δύσκολα που ο Sam Altman, το αφεντικό της OpenAI, αποφάσισε ότι η πρόσληψη συνηθισμένων εταιρικών συμβούλων δημοσίων σχέσεων δεν είναι αρκετή.
Για να λύσει το «πρόβλημα», αγόρασε μια εκπομπή τύπου talk show. Σύμφωνα με τους Financial Times, η OpenAI πλήρωσε «μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια» δολάρια για το TBPN, ένα εκκεντρικό βίντεο-podcast ηλικίας μόλις 18 μηνών, το οποίο παρουσιάζεται από δύο συμπαθητικούς, καλοντυμένους τεχνολογικούς επιχειρηματίες. Αισθητικά, η εκπομπή μοιάζει με ένα μείγμα μεταξύ CNBC και NASCAR. Ένας τυπικός καλεσμένος μπορεί να είναι ο Alex Karp, διευθύνων σύμβουλος της Palantir, ο οποίος περιγράφει το πρόγραμμα γυμναστικής του («το dead hang είναι καθοριστικό»), ή ο Sam Altman, που συζητά για το νεότερο μοντέλο της εταιρείας του. Ευτυχώς για το αφεντικό της OpenAI, οι δύο αγαπημένοι του δημοσιογράφοι είναι πλέον και δύο από τους πιο ακριβοπληρωμένους υπαλλήλους του.
Δεν είναι ο μοναδικός στην επιχειρηματική ελίτ της Αμερικής, είτε στο να θέλει να εμφανίζεται στην κάμερα είτε στο να είναι ο ιδιοκτήτης της εκπομπής. Οι μέρες που οι διευθύνοντες σύμβουλοι περιορίζονταν σε δημόσιες δηλώσεις με καυστικά σχόλια στις τηλεδιασκέψεις για τα κέρδη και σε περιστασιακές δηλώσεις στους δημοσιογράφους που, τελικά, δεν ξέρουν πραγματικά για τι μιλάνε, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τα σύγχρονα αφεντικά υποβάλλονται σε ώρες ήπιας «ανάκρισης» από τους ομοίους τους. Οι μεγαλύτερες εκπομπές, όπως εκείνες που παρουσιάζουν ο Joe Rogan ή ο Lex Fridman, αποτελούν γεγονότα αντίστοιχα με το Super Bowl. Πολλές άλλες, όμως, έχουν μικρό αλλά παθιασμένο —και κυρίως ανδρικό— κοινό, σαν τους αγώνες τρίτης κατηγορίας του σερβικού ποδοσφαίρου. Τα αφεντικά λατρεύουν και τα δύο.
Η πρόσφατη τάση ο καθένας να εκδίδει τη δική του εφημερίδα φαίνεται να έχει ξεκινήσει από τη Silicon Valley. Ο David Sacks, ένας επιχειρηματίας που έγινε podcaster, συνδιοργανώνει το «All In», ένα δημοφιλές φεστιβάλ για τους φίλους της τεχνολογίας. Είναι επίσης κορυφαίος σύμβουλος του Λευκού Οίκου σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης: ένα παράδειγμα της τριπλής συγχώνευσης της αμερικανικής επιχειρηματικότητας, της διασημότητας και της πολιτικής, αν υπήρξε ποτέ τέτοιο. Η Andreessen Horowitz, μια γιγαντιαία εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων, της οποίας οι ιδρυτές έχουν συχνά επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο οι εφημερίδες γράφουν για τον κλάδο τους, δηλώνει ότι δημιουργεί μια επιχείρηση μέσων ενημέρωσης. Λιγότερο επιθετική αλλά ακόμη πιο δραστήρια είναι η Stripe, μια εταιρεία πληρωμών, η οποία πλέον διαχειρίζεται έναν εκδοτικό οίκο, ένα έντυπο περιοδικό και μια εκπομπή όπου ένας από τους ιδρυτές της πίνει μπύρες μαζί με τους επιφανείς της αμερικανικής επιχειρηματικής σκηνής.
Βλέπουμε οι συνήθειες των μέσων ενημέρωσης της Silicon Valley να εξαπλώνονται. Η Wall Street είναι πολύ ενεργή στο διαδίκτυο με έναν τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι μέχρι πρότινος. Οι διαχειριστές hedge funds που εργάστηκαν για δεκαετίες σε αυτοεπιβαλλόμενη ανωνυμία τώρα πια μιλούν ανοιχτά για τις επενδυτικές τους στρατηγικές σε podcasts. Ένα από τα καλύτερα είναι του Nicolai Tangen, του επικεφαλής του κρατικού επενδυτικού ταμείου της Νορβηγίας. Ο Jamie Dimon έχει μιλήσει για το ενδεχόμενο να ασχοληθεί με τον κλάδο των μέσων ενημέρωσης μετά την αποχώρησή του από τη θέση του επικεφαλής της JPMorgan Chase. Το πιο πολυσυζητημένο οικονομικό κείμενο φέτος, μια απαισιόδοξη ανάλυση των οικονομικών επιπτώσεων της τεχνητής νοημοσύνης, δεν ήταν άρθρο εφημερίδας ή σημείωμα επενδυτικής τράπεζας, αλλά μια ανάρτηση στο blog Substack της Citrini, μιας νεοσύστατης εταιρεία αναλυτών, της οποίας ο λογαριασμός στο X είναι πλέον ένας από τους πολλούς που οι επενδυτές παρακολουθούν συστηματικά. Αμέσως ακολούθησε δημόσια αντίκρουση από την Citadel Securities, μια εταιρεία συναλλαγών με χαμηλό προφίλ και υψηλά κέρδη.
Αν και οι δημιουργοί εταιρικού περιεχομένου αισθάνονται πιο άνετα στα πολυτελή γραφεία του καπιταλισμού, μπορεί να βρεθούν και σε μερικά από τα πιο ανιαρά. Η Deloitte παράγει δεκάδες podcast. Η ανταγωνίστριά της, η KPMG, είναι εξίσου παραγωγική. «Μου αρέσει ένα πραγματικά αξιοπρεπές σημειωματάριο με ωραίο, χοντρό χαρτί», είπε η Claudia Winkleman, τηλεοπτική παρουσιάστρια, σε ένα podcast για τη βιομηχανία χαρτικών που παρήγαγε η Vodafone. Ακόμη και η σχετικά διακριτική στάση των αφεντικών σήμερα φαίνεται σχεδόν παρωχημένη. Ποια είναι η πιο σημαντική επιχείρηση για την οποία το κοινό δεν μπορεί, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, να βρει ένα βίντεο με το αφεντικό της να μιλά; Ίσως η Jane Street. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και αυτή η μυστικοπαθής εταιρεία συναλλαγών διαθέτει το δικό της podcast, κυρίως για την επιστήμη των υπολογιστών, το οποίο είναι μάλλον δυσνόητο για τους περισσότερους.
Όπως συμβαίνει συχνά, τα αφεντικά ανακαλύπτουν εκ νέου κάτι που υπήρχε και πριν. Το πιο κοντινό ανάλογο είναι το εταιρικό περιοδικό, μια επινόηση του 19ου αιώνα που έφτασε στο ζενίθ του τον 20ό. Σύμφωνα με μια ιστορία για τις δημόσιες σχέσεις του Roland Marchand, μόνο το 1937 κυκλοφόρησαν έως και 400. Ο Ronald Reagan έγινε θιασώτης του καπιταλισμού όταν, τη δεκαετία του 1950, παρουσίαζε μια τηλεοπτική εκπομπή για τη GE. (Ο Kurt Vonnegut είχε την ακριβώς αντίθετη αντίδραση ενώ εργαζόταν στο τμήμα δημοσίων σχέσεων του βιομηχανικού γίγαντα. Έφυγε για να γράψει το «Player Piano», ένα μυθιστόρημα στο οποίο η αυτοματοποίηση καθιστά την ανθρώπινη εργασία παρωχημένη). Αυτή τη φορά, όμως, τα ονόματα των αφεντικών συχνά αντικαθιστούν αυτά των εταιρειών τους.
Ένα ακόμη παράξενο χαρακτηριστικό αυτού του αναρχικού τοπίου είναι ότι όλο και περισσότερα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης ανήκουν πλέον σε ανθρώπους που συμφωνούν με την κριτική των «νεοεισερχόμενων» προς τα παραδοσιακά μέσα. Στους Jeff Bezos, ιδρυτή της Amazon και ιδιοκτήτη της Washington Post, και David Ellison, γιο του ιδρυτή της Oracle και ιδιοκτήτη σχεδόν όλων των επιχειρήσεων στο Χόλιγουντ, σύντομα θα μπορούσε να προστεθεί ο Bill Ackman, ένας πολύ ενεργός στο διαδίκτυο διαχειριστής hedge funds, ο οποίος θέλει να αγοράσει την Universal Music, τη μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρεία στον κόσμο.
Το «σύμπλεγμα της βιομηχανίας της φλυαρίας» μπορεί να βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Ωστόσο, έχει ήδη αποφέρει αποτελέσματα που κυμαίνονται από εξαιρετικά ενημερωτικά έως εντυπωσιακά περίεργα. Υπάρχουν πολλά που μπορούν να ειπωθούν για την εμπειρογνωμοσύνη που είναι πλέον διαθέσιμη, συχνά δωρεάν, σε οποιονδήποτε ανά τον κόσμο. Ωστόσο, αν ο σκοπός των τεχνολογικών αφεντικών ως «ομιλητές» ήταν να πείσουν το κοινό ότι βρίσκεται σε καλά χέρια, μερικές φορές φέρνει αντίθετα αποτελέσματα. Η εμμονή του Peter Thiel με τον επερχόμενο «αντίχριστο» υπήρχε για περισσότερο από μια δεκαετία στα γραπτά του, για όσους μπήκαν στον κόπο να τα διαβάσουν, πριν αρχίσει να μιλά γι’ αυτήν σε podcasts. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι ο Marc Andreessen, ο ιδρυτής της ομώνυμης εταιρείας venture capital, ο οποίος έχει διαδώσει τον όρο «retardmaxxing», μια ασαφή έννοια που σημαίνει να μην παίρνει κανείς τα πράγματα πολύ στα σοβαρά. Αν αυτό είναι το όφελος της ελευθερίας του από τον παραδοσιακό Τύπο, τότε πρόκειται πράγματι για μια καδμεία νίκη.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.