Με εντυπωσιακή ζήτηση ολοκληρώθηκε η έκδοση του νέου πράσινου ομολόγου της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο μέσα σε μόλις 1,5 ώρα συγκέντρωσε προσφορές ύψους 2 δισ. ευρώ, για άντληση 500 εκατ. ευρώ. Η ισχυρή επενδυτική όρεξη οδήγησε σε σημαντική συμπίεση της τιμολόγησης: από τις αρχικές +125 μονάδες βάσης, το spread τελικά «κλείδωσε» στο mid swap +98 μονάδες βάσης, με το τελικό επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 3,38%. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, καθοριστικό ρόλο στη δυναμική του βιβλίου έπαιξε το γεγονός ότι πρόκειται για πράσινο ομόλογο με αξιολόγηση Baa2 από τη Moody’s.
Η έκδοση αφορά πράσινο ομόλογο τύπου senior preferred variable, ύψους 500 εκατ. ευρώ, που στοχεύει στη χρηματοδότηση ή και αναχρηματοδότηση πράσινων περιουσιακών στοιχείων, στο πλαίσιο της στρατηγικής βιωσιμότητας της τράπεζας. Το ομόλογο έχει διάρκεια έξι ετών και λήγει στις 2 Δεκεμβρίου 2031, ενώ έχει λάβει αξιολόγηση Baa2 από τη Moody’s. Το βιβλίο προσφορών «τρέχουν» οι Barclays, Bank of America, Commerzbank, CA-CIB, Deutsche Bank και IMI–Intesa Sanpaolo. Η αρχική εκτίμηση τοποθετούσε το επιτόκιο κοντά στο 3,5%, ωστόσο η μεγάλη ζήτηση το συμπίεσε στη ζώνη του 3,38%.
Η επιτυχία της έκδοσης έρχεται σε μια περίοδο που η Πειραιώς ενισχύει σημαντικά τη διεθνή της εικόνα στα θέματα βιωσιμότητας. Η πρόσφατη αναβάθμισή της από τον MSCI στην κορυφαία βαθμίδα «ΑΑΑ» (από «ΑΑ») την κατατάσσει στην «ελίτ» των τραπεζών παγκοσμίως σε θέματα ESG. Μόλις το 18% των πιστωτικών ιδρυμάτων διεθνώς λαμβάνει την ανώτατη αξιολόγηση, γεγονός που καθιστά την Πειραιώς μοναδική ελληνική επιχείρηση με αυτό το rating.
Από το 2020, όταν αξιολογείτο με «ΒΒΒ», η τράπεζα έχει καταφέρει να αναρριχηθεί σταθερά στην κορυφή της κλίμακας του MSCI ESG Ratings, ο οποίος μετρά την ικανότητα των επιχειρήσεων να αντέχουν μακροχρόνιους κινδύνους που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση. Η ενίσχυση της βαθμολογίας της Πειραιώς βελτιώνει περαιτέρω τη θέση της έναντι θεσμικών επενδυτών και μεγάλων funds, καθώς οι ESG παράμετροι αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα στις αποφάσεις τοποθέτησης κεφαλαίων.