Ο χάρτης των επιτοκίων: Πόσο ακριβά δανείστηκαν το 2025 επιχειρήσεις και νοικοκυριά

Σημαντικά έκλεισε η ψαλίδα επιτοκίων με την ΕΕ. Μειώθηκε το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, καλύπτοντας σχεδόν το 70% της ανόδου

Επιτόκια © 123rf.com

Σημαντικά έκλεισε το 2025 η ψαλίδα του κόστους δανεισμού μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών σε σχέση με τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της ευρωζώνης. Το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, μάλιστα, έχει μειωθεί καλύπτοντας σχεδόν το 70% της ανόδου που είχε επέλθει από την άνοδο των επιτοκίων της ΕΚΤ που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2022 και κορυφώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, διαμορφώνοντας το επιτόκιο του ευρώ από το 0% στο 4%. Τις μεγαλύτερες μειώσεις επιτοκίων είδαν οι επιχειρήσεις (άνω των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων) και δη οι μεγαλύτερες, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός συμπίεσε τα spreads δανεισμού, ενώ στα δάνεια προς νοικοκυριά τα χαμηλότερα επιτόκια – μόλις 25 μονάδες βάσης υψηλότερα από τα ευρωπαϊκά -, δόθηκαν στα στεγαστικά δάνεια.

Αναλυτική εικόνα για το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών το 2025 δίνουν τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύονται στην Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής.

Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις υποχώρησαν σημαντικά κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους σε όλες τις κατηγορίες δανείων. Οι μειώσεις ήταν συγκριτικά εντονότερες στα δάνεια ύψους άνω των 250.000 ευρώ, τα οποία κατά κανόνα αφορούν μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις. Το μεσοσταθμικό επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο το γ΄ τρίμηνο του 2025 σε 3,9% (Οκτώβριος 2025: 3,9%), περίπου κατά 110 μ.β. χαμηλότερα από τη μέση τιμή του δ΄ τριμήνου του 2024.

Αντίστοιχα, στα δάνεια με καθορισμένη διάρκεια (τακτή λήξη) το μεσοσταθμικό επιτόκιο μειώθηκε σε 3,8% (δ΄ τρίμηνο 2024: 4,9%), ενώ στα δάνεια αποκλειστικά προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις ‒ τα οποία αντιπροσώπευαν το 34% της ακαθάριστης ροής επιχειρηματικών δανείων με τακτή λήξη το δεκάμηνο του 2025 ‒ το επιτόκιο μειώθηκε κατά 103 μ.β. και διαμορφώθηκε σε 4,2%. Στα δάνεια μη καθορισμένης διάρκειας το μεσοσταθμικό επιτόκιο μειώθηκε περισσότερο, κατά 144 μ.β., σε 4,5%.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις επιτοκίου στα δάνεια άνω των 250.000 ευρώ

Όσον αφορά την ανά μέγεθος ταξινόμηση των δανείων με καθορισμένη διάρκεια, πολύ εντονότερες μειώσεις επιτοκίου καταγράφηκαν στα μεγαλύτερου μεγέθους δάνεια. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι στα δάνεια κάτω των 250.000 ευρώ από το β΄ τρίμηνο του 2024 προοδευτικά ενισχύθηκε το μερίδιο των δανείων σταθερού επιτοκίου, τα οποία κατά κανόνα προσφέρονται ακριβότερα από ό,τι τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Χαρακτηριστικά, στα ποσά έως 250.000 ευρώ, το μερίδιο των δανείων σταθερού επιτοκίου ήταν 22% το δεκάμηνο του 2025, έναντι μόλις 3% στα δάνεια μεσαίου μεγέθους (από 250.000 ευρώ έως 1 εκατ. ευρώ) και 1% στα δάνεια μεγάλου μεγέθους (άνω του 1 εκατ. ευρώ).

Αναλυτικότερα, το μεσοσταθμικό επιτόκιο δανεισμού διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο το γ΄ τρίμηνο του 2025 σε: α) 5,2% στα δάνεια έως 250.000 ευρώ (δ΄ τρίμηνο 2024: 5,6%), β) 4,3% στα δάνεια μεταξύ 250.000 ευρώ και 1 εκατ. ευρώ (δ΄ τρίμηνο 2024: 5,3%) και γ) 3,7% στα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ (δ΄ τρίμηνο 2024: 4,8%). Σημειώνεται επίσης ότι τα νέα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ αντιπροσώπευαν το 85% της ακαθάριστης ροής επιχειρηματικών δανείων με τακτή λήξη κατά την επισκοπούμενη περίοδο.

Το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων μετρίασαν τα προγράμματα του Ομίλου ΕΤΕπ και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, καθώς και τα δάνεια που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας (RRF). Στο σύνολο των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων υπολογίζεται ότι περίπου το 1/3 της ακαθάριστης ροής νέας τραπεζικής χρηματοδότησης συνδέεται με τα εν λόγω προγράμματα ή με τα χαμηλότοκα δάνεια του RRF. Περισσότερο ωφελημένες υπήρξαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς εκτιμάται ότι άνω του 40% της νέας τραπεζικής χρηματοδότησης που έλαβαν συνδέεται με δάνεια χαμηλότερου επιτοκίου ή/και μειωμένων απαιτήσεων για εξασφαλίσεις.

Όσο για την ψαλίδα επιτοκίων σε σχέση με τον δανεισμό των επιχειρήσεων στην ΕΕ, η θετική απόκλιση του μεσοσταθμικού κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα από το αντίστοιχο της ζώνης του ευρώ συρρικνώθηκε περαιτέρω φέτος και διαμορφώθηκε σε 48 μ.β. κατά μέσο όρο το γ΄ τρίμηνο του 2025 (Οκτώβριος 2025: 36 μ.β.), έναντι 55 μ.β. το δ΄ τρίμηνο του 2024 και μέγιστης τιμής 335 μ.β. τη δεκαετία 2016-2025.

Πώς δανείστηκαν τα νοικοκυριά

Τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων προς τα νοικοκυριά υποχώρησαν επίσης φέτος, αλλά οι μειώσεις ήταν συγκριτικά μικρότερες από ό,τι για τις επιχειρήσεις. Ειδικότερα, το μεσοσταθμικό επιτόκιο των στεγαστικών δανείων διαμορφώθηκε το γ΄ τρίμηνο του 2025 σε 3,5% (Οκτώβριος 2025: 3,5%), μόλις κατά 17 μ.β. χαμηλότερα από τη μέση τιμή του δ΄ τριμήνου του 2024. Στην πραγματικότητα, το κόστος στεγαστικής πίστης ήταν πιο περιορισμένο, καθώς σημαντικό μερίδιο (περίπου το 1/3) των στεγαστικών δανείων που χορηγήθηκαν αφορούσε χαμηλότοκα δάνεια συγχρηματοδοτούμενα από προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (το 90% της αξίας των στεγαστικών δανείων που χορηγήθηκαν μέσω προγραμμάτων συγχρηματοδότησης της ΕΑΤ το δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025 αφορούσε το πρόγραμμα “Σπίτι μου ΙΙ). Η απόκλιση στο μεσοσταθμικό κόστος δανεισμού των ελληνικών νοικοκυριών έναντι των ευρωπαϊκών για τη λήψη στεγαστικού δανείου σταθεροποιήθηκε σε περίπου 25 μ.β. (Οκτώβριος 2025: 21 μ.β., μέγιστη τιμή Ιανουαρίου 2016-Οκτωβρίου 2025: 175 μ.β.).

Το επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων καθορισμένης διάρκειας μειώθηκε σε 10,5% (Οκτώβριος 2025: 10,5%), επίπεδο κατά 26 μ.β. χαμηλότερο από τη μέση τιμή του δ΄ τριμήνου του 2024. Τέλος, το μεσοσταθμικό επιτόκιο στα καταναλωτικά δάνεια μη καθορισμένης διάρκειας, που περιλαμβάνουν, κατά σειρά μεγέθους του υφιστάμενου υπολοίπου, τις πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και τις υπεραναλήψεις από λογαριασμούς όψεως, μειώθηκε κατά 37 μ.β., σε 14,6%, επηρεαζόμενο κυρίως από τις αξιόλογες αναπροσαρμογές επιτοκίου στις υπεραναλήψεις από τρεχούμενους λογαριασμούς.