Μέγα στοίχημα για το 2026 θα είναι η έξοδος των κόκκινων δανείων από την πραγματική οικονομία. Μπορεί οι ελληνικές τράπεζες να έχουν μειώσει τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 3,4%, στα χαμηλότερα επίπεδα που υπήρξε ποτέ, όμως τα κόκκινα δάνεια έχουν απλά αλλάξει χέρια, με δάνεια περίπου 79,5 δις. ευρώ να βρίσκονται στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Ειδικότερα, δάνεια 79,416 δισ. ευρώ – δάνεια που έχουν πωληθεί σε funds – βρίσκονταν υπό την διαχείριση των servicers στο τέλος του γ΄ τριμήνου του 2025 (μειωμένα κατά 298 εκατ., έναντι των 79,714 δις. του προηγούμενου τριμήνου), εκ των οποίων 27,584 δις. δάνεια επιχειρηματικά και από αυτά 8,435 δις. προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, 10,467 δις. δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις και 41,365 δις. δάνεια προς ιδιώτες.
Από τις κατηγορίες αυτές, η ονομαστική αξία των υπό διαχείριση επιχειρηματικών δανείων μειώθηκε από τρίμηνο σε τρίμηνο κατά 377 εκατ. ευρώ, ενώ κατά 689 εκατ. ευρώ αυξήθηκε η ονομαστική αξία των υπό διαχείριση δανείων που αφορούν σε ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις. Όσο για τα δάνεια των ιδιωτών, η ονομαστική τους αξία μειώθηκε κατά 610 εκατ. ευρώ έναντι του β΄ τριμήνου 2025. Αναλυτικότερα, τα υπό διαχείριση καταναλωτικά δάνεια παρουσίασαν μείωση κατά 492 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν σε 15,762 δισ. ευρώ, ενώ τα υπό διαχείριση στεγαστικά δάνεια μειώθηκαν κατά 116 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν σε 25,254 δισ. ευρώ.
Οι οφειλέτες προτιμούν τις διμερείς ρυθμίσεις
Η πίτα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διαχειρίζονται οι servicers με σκοπό να τα εξυγιάνουν και να τα επιστρέψουν πίσω στο τραπεζικό σύστημα, αποτελείται κατά 52% από δάνεια νοικοκυριών (61% στεγαστικά και 39% καταναλωτικά), κατά 35% από δάνεια επιχειρήσεων και 13% από δάνεια ελευθέρων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων. Η συντριπτική πλειοψηφία των παραπάνω δανείων βρίσκεται συγκεντρωμένη στους τέσσερις μεγάλους servicers (doValue: 32,2%, Intrum: 30,8%, Cepal: 25,4%, QQuant: 7,6% και λοιποί: 4,1%), οι οποίοι έχουν εντείνει τις ρυθμίσεις.
Μάλιστα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσιεύει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους), οι δανειολήπτες με οφειλές φαίνεται να προτιμούν τις διμερείς ρυθμίσεις με τους servicers περισσότερο από τις ρυθμίσεις μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του εξωδικαστικού μηχανισμού. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία του εννεαμήνου 2025 για την εξέλιξη των ρυθμίσεων δείχνουν ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων έχουν ρυθμίσει απευθείας με τους οφειλέτες 48.223 δάνεια, ύψους 2,3 δισ. ευρώ, ενώ την ίδια περίοδο, μέσω του εξωδικαστικού ρυθμίστηκαν οφειλές 14.534 οφειλετών, συνολικής αξίας 4,5 δισ. ευρώ (μάλιστα το τελικό ποσό είναι αρκετά μικρότερο, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα 2/3 των ρυθμίσεων του εξωδικαστικού είναι οφειλές προς το Δημόσιο και το 1/3 δάνεια, ενώ οι διμερείς ρυθμίσεις αφορούν εξ ολοκλήρου σε δάνεια).
Το 20% των ανακτήσεων από πλειστηριασμούς
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα πατήσουν «γκάζι» στις ρυθμίσεις οφειλών το 2026, αξιοποιώντας περαιτέρω την Τεχνητή Νοημοσύνη, προκειμένου α) να δώσουν περισσότερες βιώσιμες λύσεις στους οφειλέτες, β) να επιταχύνουν την διάθεση ακινήτων στην αγορά και γ) να ανεβάσουν τα ποσοστά ανακτήσεων από τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή». Μέχρι στιγμής η «συνταγή» για τη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων που ακολουθούν οι servicers περιλαμβάνει αναλογία 80% ρυθμίσεων και 20% πλειστηριασμών. Καθώς το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται και παράλληλα στόχος είναι να ενισχυθούν οι ανακτήσεις οφειλών και να εξυγιανθούν πλήρως οι «κόκκινοι» δανειολήπτες, οι εταιρείες διαχείρισης θα αυξήσουν περαιτέρω τις ρυθμίσεις οφειλών το 2026, με στόχο η αναλογία τους να φτάσει στο 90% από 80% σήμερα και αντίστοιχα να μειωθεί η διενέργεια πλειστηριασμών στο 10% από 20%. Πηγές από την αγορά των servicers αναφέρουν ότι οι στόχοι των ανακτήσεων σε επίπεδο μεγάλων επιχειρήσεων και συναινετικών ρυθμίσεων έχουν σε γενικές γραμμές επιτευχθεί. Πρόβλημα εντοπίζεται στις ρευστοποιήσεις των καλυμμάτων, όπου οι ανακτήσεις υπολείπονται των προσδοκιών.