Citi: Ανάκαμψη στον τομέα εξαγορών και συγχωνεύσεων

Υπό την ηγεσία της Τζέιν Φρέιζερ και του Βις Ραγκάβαν, η Citi ενισχύει το επενδυτικό της αποτύπωμα, αν και παραμένει πίσω από την JPMorgan.

H επικεφαλής της Citigroup Τζέιν Φρέιζερ © EPA/WILL OLIVER

Μετά από χρόνια υστέρησης έναντι των μεγάλων ανταγωνιστών της στη Wall Street, η Citi δείχνει σημάδια ουσιαστικής ανάκαμψης στον τομέα των εξαγορών και συγχωνεύσεων. Το 2025 εξελίχθηκε σε χρονιά-ορόσημο για την Citigroup, καθώς τα έσοδα από χρηματοοικονομικές συμβουλές εκτοξεύθηκαν, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ.

Υπό την ηγεσία της διευθύνουσας συμβούλου Τζέιν Φρέιζερ και με αιχμή τον πρώην τραπεζίτη της JPMorgan, Βις Ραγκάβαν, η Citi επιχειρεί να κλείσει την ψαλίδα με τους ισχυρότερους παίκτες του κλάδου. Την ίδια στιγμή, η τράπεζα συνεχίζει να παλεύει με αυξημένα κόστη, ρυθμιστικές απαιτήσεις και αναδιαρθρώσεις, σε μια προσπάθεια να καταστεί πιο ανταγωνιστική και αποδοτική.

Citi: Εκρηκτική άνοδος στις αμοιβές από M&A

Ύστερα από χρόνια κατά τα οποία υστερούσε σε σχέση με τους ομοτίμους της στη Wall Street, η Citigroup αρχίζει να μειώνει τη διαφορά. Η τράπεζα της Τζέιν Φρέιζερ ανακοίνωσε αύξηση κατά 84% στις αμοιβές από χρηματοοικονομικές συμβουλές το τέταρτο τρίμηνο, ολοκληρώνοντας μια χρονιά κατά την οποία τα έσοδα από τη διαχείριση συγχωνεύσεων και εξαγορών αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 50%, φθάνοντας σε ιστορικό υψηλό.

Τα στοιχεία, που δημοσιοποιήθηκαν την Τετάρτη στο πλαίσιο των αποτελεσμάτων, ξεχώρισαν ιδιαίτερα σε σύγκριση με τη σαφώς πιο υποτονική επίδοση της JPMorgan Chase & Co., της μεγαλύτερης ανταγωνίστριας της Citi, η οποία κατέγραψε αύξηση μόλις 6% στο συγκεκριμένο σκέλος το 2025.

Η στρατηγική ανασύνταξη της Citi στο investment banking

Η Citigroup, η οποία επί μακρόν δυσκολευόταν να εδραιωθεί ανάμεσα στα τρία κορυφαία «σπίτια» του dealmaking, εμφανίζει πλέον πρόοδο υπό την καθοδήγηση του Βις Ραγκάβαν. Η Φρέιζερ τον προσέλκυσε από την JPMorgan το 2024, με στόχο την ενίσχυση του επενδυτικού βραχίονα της τράπεζας.

Συνολικά, οι αμοιβές της μονάδας investment banking —συμπεριλαμβανομένων των αναδοχών σε χρέος και μετοχές, καθώς και των συγχωνεύσεων και εξαγορών— αυξήθηκαν κατά περισσότερο από ένα τρίτο, φθάνοντας τα 1,29 δισ. δολάρια το τρίμηνο. Το ποσό, ωστόσο, εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των 2,35 δισ. δολαρίων που κατέγραψε η JPMorgan.

Συνολικά, τα υψηλότερα έσοδα από τους τραπεζίτες και από τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών μεταφοράς κεφαλαίων σε παγκόσμια κλίμακα συνέβαλαν στην άνοδο των προσαρμοσμένων κερδών ανά μετοχή της Citigroup στα 1,81 δολάρια. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κατά σχεδόν 20 σεντς τον μέσο όρο των εκτιμήσεων των αναλυτών που συγκέντρωσε το Bloomberg.

Παράλληλα, η απόδοση επί των ενσώματων κοινών ιδίων κεφαλαίων —βασικός δείκτης κερδοφορίας— διαμορφώθηκε επίσης υψηλότερα των προσδοκιών. Η μετοχή της Citi παρουσίασε διακυμάνσεις στις προσυνεδριακές συναλλαγές στη Νέα Υόρκη, καταγράφοντας άνοδο περίπου 1,1% στα 117,58 δολάρια.

Citi: Αναδιάρθρωση, περικοπές και ρυθμιστικές εκκρεμότητες

Η Φρέιζερ, η οποία βρίσκεται στο «τιμόνι» της τράπεζας εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια, έχει στρατολογήσει ανώτατα στελέχη από την JPMorgan και την Bank of America, επιχειρώντας να αλλάξει την εικόνα της Citi ως ουραγού και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της. Το περασμένο έτος, η τράπεζα πέτυχε ένα σημαντικό ορόσημο, καθώς η χρηματιστηριακή της αξία ξεπέρασε για πρώτη φορά από το 2018 τη λογιστική αξία των περιουσιακών της στοιχείων.

Σε μια κίνηση που ερμηνεύθηκε ως ψήφος εμπιστοσύνης, το διοικητικό συμβούλιο απένειμε στη Φρέιζερ και τον τίτλο της προέδρου. Ωστόσο, η Citi συνεχίζει να δαπανά σημαντικά ποσά για να συμμορφωθεί με δύο εντολές των ρυθμιστικών αρχών που απαιτούν βελτιώσεις στα εσωτερικά της συστήματα. Στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού του κόστους, η τράπεζα προχωρά αυτή την εβδομάδα σε περικοπή 1.000 θέσεων εργασίας, ενώ αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλες, καθώς επιλύονται τεχνολογικά και ζητήματα δεδομένων και καθώς αποσχίζεται η λιανική δραστηριότητα στο Μεξικό.

Αγορές, κάρτες και wealth management

Τα λειτουργικά έξοδα της Citigroup αυξήθηκαν κατά 6% το τέταρτο τρίμηνο, λόγω υψηλότερων δαπανών για αμοιβές προσωπικού, φόρους, νομικά και τεχνολογία. Η τράπεζα προειδοποίησε ότι το 2026 ενδέχεται να σημειωθεί περαιτέρω αύξηση των επενδύσεων και των δαπανών που συνδέονται με τα έσοδα, αν και αναμένει εξοικονομήσεις από αυξημένη παραγωγικότητα και τη σταδιακή ολοκλήρωση των ρυθμιστικών διορθώσεων, οι οποίες —όπως ανέφερε— έχουν ολοκληρωθεί κατά περίπου 80%.

Στο μέτωπο των αγορών, οι traders στα προϊόντα σταθερού εισοδήματος ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις, αποφέροντας 3,46 δισ. δολάρια, ενώ οι traders μετοχών υπολείφθηκαν οριακά των προσδοκιών με 1,08 δισ. δολάρια. Συνολικά, τα έσοδα από τις αγορές υποχώρησαν κατά 1% σε ετήσια βάση.

Η Citi επηρεάστηκε επίσης αρνητικά στο χρηματιστήριο, μετά την απαίτηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για πλαφόν 10% στις προμήθειες πιστωτικών καρτών. Παρ’ όλα αυτά, τα έσοδα από επώνυμες κάρτες αυξήθηκαν κατά 5%, ενώ τον Ιούλιο η τράπεζα λάνσαρε την κάρτα Strata Elite, με στόχο να ανταγωνιστεί τα premium προϊόντα της JPMorgan και της American Express.

Τέλος, ο τομέας διαχείρισης πλούτου, υπό τον Άντι Ζίγκ —ένα ακόμη εξωτερικό «στοίχημα» της Φρέιζερ— κατέγραψε άνοδο εσόδων 7%, αν και τα καθαρά νέα επενδυτικά κεφάλαια μειώθηκαν περισσότερο από το ήμισυ σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα.