Οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες της Wall Street επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο των αποδόσεων προς τους μετόχους, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ σε μερίσματα και επαναγορές ιδίων μετοχών.
Η ισχυρή κερδοφορία, σε συνδυασμό με τη σταδιακή χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων από τις ρυθμιστικές αρχές, έχει ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των διοικήσεων της Wall Street να αυξήσουν τις διανομές κεφαλαίου. Το 2025, οι έξι μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ ξεπέρασαν τα επίπεδα του 2019, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ βρισκόταν στην πρώτη του θητεία στον Λευκό Οίκο.
Την ίδια στιγμή, νέες επιχειρηματικές κατευθύνσεις, όπως η διερεύνηση των prediction markets από τη Goldman Sachs, δείχνουν ότι οι τράπεζες δεν περιορίζονται μόνο στη διανομή κερδών, αλλά αναζητούν και νέες πηγές ανάπτυξης σε ένα μεταβαλλόμενο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
ΗΠΑ: Οι τράπεζες επιστρέφουν κεφάλαια-ρεκόρ
Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες διένειμαν το 2025 περισσότερα από 140 δισ. δολάρια σε μερίσματα και επαναγορές ιδίων μετοχών, ξεπερνώντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2019. Η JPMorgan Chase & Co. ξεχώρισε, επαναγοράζοντας μετοχές αξίας άνω των 30 δισ. δολαρίων — ποσό ρεκόρ για τη Wall Street και υπερτριπλάσιο σε σύγκριση με δύο χρόνια νωρίτερα, αναφέρει το Bloomberg.
Η επιστροφή κεφαλαίων αποτυπώνει όχι μόνο τη δύναμη των ισολογισμών, αλλά και την αλλαγή κλίματος ανάμεσα στις διοικήσεις, που πλέον θεωρούν ότι διαθέτουν επαρκή «μαξιλάρια» για να αντέξουν ενδεχόμενους κραδασμούς.
Ρυθμιστική χαλάρωση και άνεση για τις τράπεζες στις ΗΠΑ
Κατά τη δεύτερη θητεία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, οι τράπεζες εμφανίζονται ακόμη πιο άνετες στο να επιστρέφουν κέρδη στους μετόχους, καθώς οι ρυθμιστικές αρχές κινούνται προς τη χαλάρωση βασικών κεφαλαιακών κανόνων. Τον Ιούνιο, η Federal Reserve μείωσε τις απαιτήσεις κεφαλαίου για τις τραπεζικές holding companies στο πλαίσιο του ενισχυμένου συμπληρωματικού δείκτη μόχλευσης (enhanced supplementary leverage ratio).
Ο συγκεκριμένος κανόνας αφορά συστημικές τράπεζες όπως η JPMorgan, η Bank of America και η Goldman Sachs και θεωρείται κρίσιμος για τον περιορισμό της υπερβολικής μόχλευσης.
Stress tests και επιτάχυνση των buybacks
Τα αποτελέσματα των ετήσιων stress tests της Fed έδωσαν περαιτέρω ώθηση στις διανομές κεφαλαίου. Κατά το τρίτο τρίμηνο, αρκετές τράπεζες έσπευσαν να αξιοποιήσουν τη χαλάρωση των κανόνων, με τη Citigroup να πενταπλασιάζει τις επαναγορές μετοχών σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους.
Η δυναμική αυτή σηματοδοτεί μια σαφή αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν οι ρυθμιστικές πιέσεις και η αβεβαιότητα περιόριζαν σημαντικά τις κινήσεις επιστροφής κεφαλαίου.
Από την πανδημία στη νέα κανονικότητα των τραπεζών
Μετά το ρεκόρ του 2019, οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τις επαναγορές όταν ξέσπασε η πανδημία. Ακολούθησε το ιδιαίτερα αυστηρό stress test του 2022 και η προοπτική αυστηρότερων κεφαλαιακών κανόνων από τις ρυθμιστικές αρχές της εποχής Μπάιντεν, που κράτησαν χαμηλά τις διανομές για αρκετά χρόνια.
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει το 2024, όταν κατέστη σαφές ότι οι τράπεζες είχαν καταφέρει να μπλοκάρουν προτάσεις για νέους κανόνες που θεωρούσαν υπερβολικά περιοριστικούς.
Παράλληλα με την ισχυρή επιστροφή κεφαλαίων, η Goldman Sachs διερευνά νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες, εξετάζοντας τη δραστηριοποίησή της στα prediction markets. Ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Ντέιβιντ Σόλομον, χαρακτήρισε τις αγορές αυτές «εξαιρετικά ενδιαφέρουσες», αποκαλύπτοντας ότι έχει συναντηθεί προσωπικά με επικεφαλής των δύο μεγαλύτερων εταιρειών του κλάδου.
Η πιθανή είσοδος μιας κορυφαίας τράπεζας της Wall Street σε αυτόν τον σχετικά χαλαρά ρυθμιζόμενο χώρο θα μπορούσε να ενισχύσει τη νομιμοποίηση και τον όγκο συναλλαγών. Ωστόσο, ο Σόλομον προειδοποίησε ότι η υιοθέτηση των prediction markets ενδέχεται να εξελιχθεί πιο αργά απ’ όσο προβλέπουν ορισμένοι αναλυτές.
Τσεκούρι σε 10.600 θέσεις εργασίας το 2025
Οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street κατήργησαν συνολικά περίπου 10.600 θέσεις εργασίας το 2025, τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση από το 2016, καθώς οι διοικήσεις επιδιώκουν αυστηρότερο έλεγχο κόστους στο πιο «βαρύ» κονδύλι δαπανών: το ανθρώπινο δυναμικό. Στο τέλος Δεκεμβρίου, οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες απασχολούσαν συνολικά 1,09 εκατ. εργαζομένους, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2021.
Η τάση αντανακλά τη στροφή των τραπεζών προς την αποδοτικότητα, μετά τη διόγκωση προσωπικού στην περίοδο της πανδημίας και την απότομη επιβράδυνση των συναλλαγών από το 2022. Πλέον, στο επίκεντρο βρίσκεται και ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης, με τα στελέχη να εξετάζουν ποιες θέσεις μπορούν να αυτοματοποιηθούν.
Η Wells Fargo ήταν ο βασικός μοχλός των περικοπών, μειώνοντας το προσωπικό της κατά περισσότερους από 12.000 εργαζομένους, στο χαμηλότερο επίπεδο από πριν την εξαγορά της Wachovia το 2008. Και η Citigroup συνέχισε τη συρρίκνωση, με 3.000 λιγότερους εργαζομένους και νέες περικοπές να δρομολογούνται.
Αντίθετα, ορισμένες τράπεζες κινήθηκαν αντίρροπα. Η Goldman Sachs αύξησε το προσωπικό της κατά 2%, ενώ η Morgan Stanley έκλεισε τη χρονιά με καθαρή αύξηση εργαζομένων, παρά τις επιμέρους απολύσεις. Για τις τράπεζες, το στοίχημα πλέον είναι λιγότερα «κεφάλια», αλλά πιο εξειδικευμένα.