Η ψηφιακή τραπεζική κυριάρχησε το 2025 στη χορήγηση καταναλωτικών δανείων, επιβεβαιώνοντας τη στροφή των πελατών σε γρήγορες και απομακρυσμένες διαδικασίες. Η πλειονότητα των νέων δανείων εκταμιεύθηκε χωρίς επίσκεψη σε κατάστημα, μέσω e-banking και m-banking, ενώ συνολικά η αγορά κατέγραψε ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική. Οι αυξημένες εκταμιεύσεις αντικατοπτρίζουν τόσο την άνοδο της ζήτησης όσο και τη διεύρυνση των διαθέσιμων τραπεζικών και χρηματοδοτικών λύσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τραπεζικές πηγές, επτά στα δέκα καταναλωτικά δάνεια, τα οποία εκταμιεύθηκαν το 2025 από το δίκτυο των ελληνικών τραπεζών, χορηγήθηκαν αποκλειστικά μέσα από τα ψηφιακά τους κανάλια, χωρίς επίσκεψη σε κατάστημα.
Συγκεκριμένα, το 2025 εκταμιεύθηκαν 122.738 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση, με τη διαδικασία να διεκπεραιώνεται από την αρχή έως το τέλος μέσω e-banking και mobile banking. Αντίστοιχα, μέσω καταστημάτων χορηγήθηκαν 62.707 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση. Συνολικά χορηγήθηκαν 185.445 καταναλωτικά δάνεια, χωρίς εξασφάλιση, από το δίκτυο των τραπεζών.
Επίσης, το 2025 οι συνολικές εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων κατέγραψαν ετήσια αύξηση 15,1% και προσέγγισαν τα 1,6 δισ. ευρώ. Στις συνολικές εκταμιεύσεις περιλαμβάνονται, εκτός από τα δάνεια μέσω δικτύου τραπεζών, τα δάνεια αυτοκινήτων-μοτοσικλετών (ανήλθαν πέρυσι σε 440 εκατ. ευρώ), τα δάνεια μέσω συνεργαζόμενων εμπόρων, τα ανοιχτά καταναλωτικά δάνεια και τα καταναλωτικά δάνεια με εξασφάλιση.
Με τι επιτόκιο δανείστηκαν τα νοικοκυριά
Εν τω μεταξύ, στα καταναλωτικά δάνεια καθορισμένης διάρκειας, το επιτόκιό τους μειώθηκε στο 10,5% (Οκτώβριος 2025: 10,5%), δηλαδή κατά 26 μονάδες βάσης σε σχέση με τον μέσο όρο του δ’ τριμήνου του 2024. Τέλος, το μεσοσταθμικό επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων μη καθορισμένης διάρκειας -στα οποία περιλαμβάνονται κυρίως οι πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις λογαριασμών όψεως- υποχώρησε κατά 37 μονάδες βάσης, διαμορφούμενο στο 14,6%. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στις σημαντικές μειώσεις επιτοκίων που εφαρμόστηκαν στις υπεραναλήψεις από τρεχούμενους λογαριασμούς.
Στον τομέα των στεγαστικών δανείων, το μεσοσταθμικό επιτόκιο ανήλθε το γ’ τρίμηνο του 2025 στο 3,5% (ίδιο επίπεδο και τον Οκτώβριο του 2025), δηλαδή μόλις 17 μονάδες βάσης χαμηλότερα από τον μέσο όρο του δ’ τριμήνου του 2024. Στην πράξη, το πραγματικό κόστος της στεγαστικής χρηματοδότησης ήταν ακόμη χαμηλότερο, καθώς περίπου το 1/3 των νέων στεγαστικών δανείων αφορούσε δάνεια με ευνοϊκούς όρους, συγχρηματοδοτούμενα από προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Ενδεικτικά, το 90% της αξίας των στεγαστικών δανείων που χορηγήθηκαν μέσω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων της ΕΑΤ την περίοδο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2025 εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ». Παράλληλα, η διαφορά στο μεσοσταθμικό κόστος στεγαστικού δανεισμού μεταξύ ελληνικών και ευρωπαϊκών νοικοκυριών παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, κοντά στις 25 μονάδες βάσης (Οκτώβριος 2025: 21 μ.β.), σημαντικά χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό των 175 μ.β. που είχε καταγραφεί την περίοδο Ιανουαρίου 2016–Οκτωβρίου 2025.