Στην τρέχουσα κατάσταση των κινδύνων και των προκλήσεων για το τραπεζικό σύστημα αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, κατά την ομιλία του στο συνέδριο του Economist με τίτλο The World Ahead 2026.
Όπως σχολίασε ο Γιάννης Στουρνάρας διερχόμεθα ένα βαθύ μετασχηματισμό, αλλά τα διδάγγματα της Ελλάδας αλληλεπιδρούν θετικά με την πορεία στον ευρωπαϊκό τομέα.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ολοκληρώσει την εξυγείανσή τους και έχουν επιτύχει μεγάλο ποσοστό μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων άνω του 95%, από το Μάρτιο του 2016.
Οι εγχώριες συνθήκες ρευστότητας και χρηματοδότησης παραμένουν άφθονες, ενισχυόμενες από την ισχυρή αύξηση των καταθέσεων, ενώ η κερδοφορία των τραπεζών παραμένει σταθερή και ισχυρή. Έτσι όλες οι τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτούν απρόσκοπτα την πραγματική οικονομία.
Το κόστος του πιστωτικού κινδύνου επίσης παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό, ενώ αυτό στηρίζει και την κερδοφορία που έχει ανακάμψει μετά από χρόνια οριακών αποδόσεων στην ΕΕ. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων ενισχύθηκε σημαντικά φτάνοντας σε διψήφια ποσοστά έως και 12%.
Ο Γιάννης Στουρνάρας αναφέρθηκε ακόμα σε μέτρα διαφοροποίησης πηγών χρηματοδότησης, στις στρατηγικές συνεργασίες στη Ρουμανία, στο εξωστρεφές γενικά επιχειρηματικό μοντέλο και στην κεφαλαιακή επάρκεια, πολύ πάνω το 20% του μέσου τραπεζικού όρου και πολύ επάνω απο τις κανονιστικές απαιτήσεις.
Οι βελτιώσεις αυτές απεικονίζονται στις εποπτικές αξιολογήσεις. Κανένα ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα δεν κατατάσσεται πλέον στη χαμηλότερη κατηγορία, γεγονός που σημαίνει απομάκρυνση από μια εποχή διαχείρισης κρίσεων προς μία περισσότερη.
Επίσης τόνισε το πρόβλημα της τραπεζικής αυτής πορείας εν μέσω πολλαπλών κινδύνων στον κυβερνοχώρο.
Ολόκληρη η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα
«Θα ήθελα να ευχαριστήσω το περιοδικό Economist για την πρόσκληση να απευθύνω χαιρετισμό στην εκδήλωση “The World Ahead 2026”, εδώ στην Αθήνα. Σε μια χρονιά που η ανθεκτικότητα σε οικονομικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους θα δοκιμαστεί, επιτρέψτε μου να κάνω μια σύντομη αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης για τον τραπεζικό τομέα στην Ελλάδα και την Ευρώπη και στη συνέχεια να αναφερθώ στους κύριους κινδύνους και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει στο άμεσο μέλλον.
Την τελευταία δεκαετία, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει αναδιαρθρωθεί ριζικά καθώς η κερδοφορία, η ρευστότητα, η ποιότητα χαρτοφυλακίου και η κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών έχουν βελτιωθεί σημαντικά με φόντο την ανάκαμψη των μακροοικονομικών μεγεθών της Ελλάδας, τις θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις και τις ομαλές χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Στην πράξη, ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα από την περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι υπάρχει ισχυρή αλληλεπίδραση μεταξύ της ανάκαμψης της οικονομίας, της βελτίωσης της δημοσιονομικής κατάστασης και της θετικής πορείας του τραπεζικού τομέα μέσω ενός κύκλου ενάρετης ανατροφοδότησης.
Εξυγίανση των ισολογισμών
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ουσιαστικά ολοκληρώσει την εξυγίανση των ισολογισμών τους. Από τον Μάρτιο του 2016 – όταν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφθασαν στο υψηλότερό τους επίπεδο – το απόθεμα των “κόκκινων” δανείων έχει μειωθεί συνολικά κατά 95%. Βασικός παράγοντας αυτής της μείωσης ήταν η δημιουργία του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων “Ηρακλής”, το οποίο διευκόλυνε μεγάλης κλίμακας τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω παροχής κρατικών εγγυήσεων σε ομολογίες υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας. Ως αποτέλεσμα, έως το τρίτο τρίμηνο του 2025, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων σε επίπεδο τραπεζικού τομέα είχε μειωθεί στο 3,6%.
Οι εγχώριες συνθήκες ρευστότητας παραμένουν ευνοϊκές, αντανακλώντας τη σημαντική αύξηση των καταθέσεων και τη σταθερή πρόσβαση στις αγορές. Οι καταθέσεις συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ όλες οι τράπεζες απολαμβάνουν απρόσκοπτη πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλή ροή χρηματοδότησης προς την πραγματική οικονομία.
Η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα παραμένει ικανοποιητική και τροφοδοτείται, μεταξύ άλλων, από την πιστωτική επέκταση και την υψηλή λειτουργική αποτελεσματικότητα. Αναφορικά με την πιστωτική επέκταση προέρχεται κυρίως από δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων, για τη χρηματοδότηση έργων που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Το χαμηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου και ο χαμηλός δείκτης κόστους προς έσοδα έχουν επίσης στηρίξει την κερδοφορία. Συνολικά, η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα έχει ενισχυθεί, φτάνοντας σε διψήφιο επίπεδο, περίπου στο 12%.
Διαφοροποίηση των πηγών εσόδων
Οι τράπεζες έχουν επίσης λάβει μέτρα για τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους και την επέκταση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας πέρα από την εγχώρια πιστωτική επέκταση. Πρόσφατα παραδείγματα περιλαμβάνουν τις εξαγορές της Ελληνικής Τράπεζας και της AstroBank στην Κύπρο από την Eurobank και την Alpha Bank αντίστοιχα, καθώς και τις εξαγορές της Εθνικής Ασφαλιστικής και της Eurolife από την Τράπεζα Πειραιώς και την Eurobank, αντίστοιχα. Επιπλέον, η Alpha Bank έχει συνάψει στρατηγική συνεργασία με την UniCredit στη Ρουμανία, ενώ η UniCredit έχει επίσης αποκτήσει μερίδιο περίπου 30% στην Alpha Bank. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η CrediaBank έχει καταλήξει σε συμφωνία για την εξαγορά της θυγατρικής της τράπεζας HSBC στη Μάλτα. Όλες αυτές οι συναλλαγές αναδεικνύουν τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια που διακρίνει το επιχειρηματικό μοντέλο των ελληνικών τραπεζών και τη μεγαλύτερη περιφερειακή ενοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η αυξημένη κερδοφορία και οι ενέργειες ενίσχυσης των κεφαλαίων έχουν βελτιώσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου ανέρχεται σήμερα σε περίπου 20%, σημαντικά υψηλότερα από τις κανονιστικές απαιτήσεις, ενισχύοντας έτσι την ανθεκτικότητά τους.
Η βελτίωση αυτή αντικατοπτρίζεται στις εποπτικές αξιολογήσεις και την εμπιστοσύνη της αγοράς. Κανένα ελληνικό σημαντικό ίδρυμα δεν κατατάσσεται πλέον στην κατώτερη και πιο επικίνδυνη κατηγορία της εποπτικής αξιολόγησης, σηματοδοτώντας σαφή μετάβαση από μια προσέγγιση διαχείρισης κρίσης στην επάνοδο στην κανονικότητα όσον αφορά την άσκηση του εποπτικού έργου. Αυτό επέτρεψε τη διανομή μερισμάτων το 2024, για πρώτη φορά εδώ και 15 χρόνια.
Τέλος, η εξυγίανση του ισολογισμού των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων έχει ενισχύσει τον εγχώριο ανταγωνισμό. Η ανακεφαλαιοποίηση της CrediaBank, μετά την απορρόφηση της Παγκρήτιας, μαζί με τις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων “Ηρακλής”, έχει ουσιαστικά δημιουργήσει έναν «πέμπτο πόλο» μικρότερων μεν, υγιών δε τραπεζών, που δραστηριοποιούνται παράλληλα με τα σημαντικά ιδρύματα.
Σε πολύ ισχυρότερη θέση
Συνολικά, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας βρίσκεται πλέον σε πολύ ισχυρότερη θέση για να υποστηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και να απορροφήσει πιθανούς κραδασμούς. Η ενισχυμένη ανθεκτικότητα (που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της πρόσφατης πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), η βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, παρέχουν σταθερά θεμέλια ενόψει του 2026, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην τρέχουσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα.
Η βελτίωση που παρατηρήθηκε στην Ελλάδα αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ενίσχυση των μεγεθών του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν σταδιακά ανακτήσει την ανθεκτικότητά τους.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία:
• Τα κεφαλαιακά αποθέματα σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα της ΕΕ έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία έτη. Ενώ ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου ανερχόταν σε μόλις 13% τον Δεκέμβριο του 2009, έφτασε το 20,4% μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, υποστηριζόμενος από ισχυρή κερδοφορία και διάφορες ενέργειες ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας.
• Η ποιότητα του ενεργητικού έχει βελτιωθεί σημαντικά, κάτι το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε από σχεδόν 7% το 2016 σε μόλις 1,8% τον Σεπτέμβριο του 2025.
• Η κερδοφορία έχει επίσης ανακάμψει, μετά από μια μακρά και παρατεταμένη περίοδο χαμηλών αποδόσεων. Μετά από χρόνια οριακών αποδόσεων, οι τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) κατέγραψαν μέση αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων 10,7% το εννεάμηνο του 2025, υποστηρίζοντας με τον τρόπο αυτό την εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου.
Σημαντικοί κίνδυνοι για το 2026
Παρά τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη για τις ευρωπαϊκές και τις ελληνικές τράπεζες, οι προοπτικές για το 2026 εξακολουθούν να εγκυμονούν σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους. Αυτοί οι κίνδυνοι προέρχονται κυρίως από εξωγενείς και διαρθρωτικούς παράγοντες.
• Ο γεωπολιτικός κίνδυνος εξακολουθεί να αποτελεί την κυρίαρχη πηγή αβεβαιότητας για τις τράπεζες. Οι συνεχιζόμενες πολεμικές συρράξεις, οι εμπορικές εντάσεις και οι δασμοί ενδέχεται να επηρεάσουν τις τράπεζες μέσω ασθενέστερων προοπτικών ανάπτυξης και αυξημένης αστάθειας στις αγορές.
• Ο κίνδυνος από κυβερνοεπιθέσεις έχει αναδειχθεί ως βασική ανησυχία για τη λειτουργική συνέχεια και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η αυξανόμενη συχνότητα περιστατικών κυβερνοεπιθέσεων υπογραμμίζει το απαιτητικό περιβάλλον και την ανάγκη για ταχεία αποκατάσταση των συστημάτων σε περίπτωση εμφάνισης του περιστατικού. Η πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Κανονισμού DORA, δηλαδή τον Κανονισμό της ΕΕ για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα, και η έγκαιρη αντιμετώπιση τυχόν εναπομενουσών αδυναμιών είναι απαραίτητες, ενώ οι επενδύσεις στην ψηφιοποίηση θα επιτρέψουν στις τράπεζες να συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις και να μετριάσουν την ένταση του ανταγωνισμού, ιδίως από τις ψηφιακές τράπεζες.
• Παρόλο που η ποιότητα του ενεργητικού παραμένει ισχυρή, οι εναπομείναντες θύλακες ευπάθειας απαιτούν στενή παρακολούθηση. Ορισμένα τμήματα του επιχειρηματικού και λιανικού χαρτοφυλακίου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πιέσεις, αναδεικνύοντας την ανάγκη για συνετά πιστοδοτικά κριτήρια και τη σημασία της προληπτικής διαχείρισης των κινδύνων.
• Οι διαρθρωτικές προκλήσεις που σχετίζονται με τις δημογραφικές τάσεις και την κλιματική αλλαγή εγκυμονούν μακροπρόθεσμους κινδύνους. Η γήρανση του πληθυσμού, οι πιέσεις κοινωνικής συνοχής, οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις. Όσον αφορά την κλιματική αλλαγή, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες στη ζώνη του ευρώ έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στη διαχείριση των κινδύνων, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικές οικονομικές και χρηματοοικονομικές ζημίες, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι η ασφαλιστική κάλυψη παραμένει περιορισμένη.
• Τέλος, κίνδυνοι μετάδοσης ενδέχεται να προκύψουν από μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (NBFIs) και από τις αγορές κρυπτοστοιχείων. Να επισημάνω εδώ ότι αυτοί οι τομείς μπορούν να μεγεθύνουν τις διαταραχές μέσω μηχανισμών απώλειας ρευστότητας και εμπιστοσύνης, κάτι που ενισχύει την ανάγκη για μια ολιστική μικρο- και μακροπροληπτική εποπτική προσέγγιση που θα καλύπτει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο ρόλος των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων
Προτού κλείσω ήθελα να πω δυο λόγια για τον αυξημένο ρόλο των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (NBFIs) στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, χωρίς την αντίστοιχη ενίσχυση του κανονιστικού και εποπτικού τους πλαισίου.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (NBFIs) πιθανή πηγή συστημικού κινδύνου, ιδίως στο τρέχον περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων και υψηλών αποτιμήσεων των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, η διασύνδεση μεταξύ τραπεζών και μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (NBFIs) διαμέσου της χρηματοδότησης, της παροχής πιστώσεων και των χρηματοπιστωτικών αγορών μπορούν να μεγεθύνουν τα σοκ και να μεταδώσουν διαταραχές σε ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για παράδειγμα, αυτές οι διασυνδέσεις μπορούν να δημιουργήσουν ευπάθειες μέσω της απώλειας βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης των NBFI και πιστωτικών ανοιγμάτων σε NBFI με υψηλή μόχλευση, εκθέτοντας τις τράπεζες σε κλυδωνισμούς της αγοράς και πιέσεις ρευστότητας. Επιπλέον, οι ευπάθειες στον τομέα των NBFIs, ιδίως από επενδυτικά κεφάλαια με υψηλή μόχλευση και περιορισμένη ρευστότητα, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την αρνητική δυναμική της αγοράς μέσω αναγκαστικών πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, μειωμένης ρευστότητας και υπερκυκλικής συμπεριφοράς από την πλευρά των πωλητών.
Κίνδυνοι μετάδοσης και κρυπτονομίσματα
Κίνδυνοι μετάδοσης θα μπορούσαν επίσης να προκύψουν από την αυξανόμενη διασύνδεση μεταξύ των αγορών κρυπτονομισμάτων και του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πέρα από τις ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από αυτή τη διασύνδεση, μια σημαντική ταχεία επέκταση των σταθερών κρυπτονομισμάτων στην ΕΕ, ιδίως εκείνων που είναι συνδεδεμένα με το δολάριο ΗΠΑ, μπορεί να επηρεάσει την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, τον διαμεσολαβητικό ρόλο των τραπεζών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, υπονομεύοντας τελικά τη νομισματική κυριαρχία. Επιπλέον, οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι πάντα παρόντες στον τομέα των κρυπτονομισμάτων και συνεχίζουν να θέτουν σημαντικές προκλήσεις για την αποτελεσματική εποπτεία, ιδίως όταν λαμβάνεται υπόψη το κατακερματισμένο κανονιστικό τοπίο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ως εποπτικές αρχές, καταβάλλουμε συνειδητές προσπάθειες για την απλοποίηση του κανονιστικού και εποπτικού μας πλαισίου, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι διατηρείται η ανθεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα στην επίτευξη των στόχων της προληπτικής εποπτείας. Ενισχύεται η ευρωπαϊκή εναρμόνιση και η χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση και διατηρείται η διεθνής συνεργασία (ιδίως η συμμόρφωση με τις αρχές της Βασιλείας). Για τον σκοπό αυτό, τόσο η ΕΚΤ όσο και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός δημοσίευσαν στα τέλη του περασμένου έτους δύο εκθέσεις που έθεσαν τις βάσεις για ένα απλούστερο κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο στη ζώνη του ευρώ.
Δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού
Συμπερασματικά, παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί και τα υγιή θεμελιώδη μεγέθη των ευρωπαϊκών και ελληνικών τραπεζών, δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Καθώς οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν αυξημένοι, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενεργούν με σύνεση, διατηρούν ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα και αποθέματα ρευστότητας και διατηρούν υψηλά πρότυπα διακυβέρνησης.
Ταυτόχρονα, η περαιτέρω θεσμική εμβάθυνση σε ευρωπαϊκό επίπεδο παραμένει αναγκαία: η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης – ιδίως μέσω της οριστικοποίησης του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων με ένα σαφές και αξιόπιστο χρονοδιάγραμμα – θα μείωνε τον χρηματοοικονομικό κατακερματισμό και θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη, ενώ η προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι το κλειδί για την κινητοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων και την ενίσχυση βαθύτερων και πιο αποτελεσματικών κεφαλαιαγορών.
Θέλω, κλείνοντας, να κρατήσετε μια φράση: η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής και επιχειρησιακής ανθεκτικότητας είναι κρίσιμη σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας».