Στην καρδιά της ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη, το φρούριο που προστατεύει την Ευρώπη μέσα στην καταιγίδα

Η Ευρώπη εμπιστεύεται την ΕΚΤ, οι ΗΠΑ δοκιμάζουν τα όρια της Fed. Πώς η Φρανκφούρτη κράτησε όρθια την Ευρωζώνη στις μεγάλες κρίσεις

Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/RONALD WITTEK

Σε μια συγκυρία που το αυξημένο κόστος διαβίωσης προβληματίζει την πλειοψηφία των πολιτών της Ευρωζώνης, κανείς δεν έχει αναρωτηθεί πόσο μεγεθυμένη θα ήταν η αστάθεια των τιμών δίχως τη διαχείριση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Μια αναδρομή στον υπερπληθωρισμό της μεσοπολεμικής Γερμανίας είναι αρκετά πειστική για τις πληγές που μπορεί να προκληθούν σε μια χώρα από ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις των αγαθών.

Μολονότι, δε, η ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής θεωρείται δεδομένη στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, η καθολικότητα αυτής της κοινής παραδοχής αμφισβητείται από τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ασκεί ασφυκτικές πιέσεις στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) για να μειώσει τα επιτόκια της, αψηφώντας τον κίνδυνο του πληθωρισμού στην ισχυρότερη οικονομία του κόσμου.

Η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της νομισματικής πολιτικής από τις ΗΠΑ και το ισχυρό ευρώ

Οι παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου στο έργο της Fed, με αποκορύφωμα την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του προέδρου Τζερόμ Πάουελ, κλονίζουν την εμπιστοσύνη στο δολάριο. Η αναζήτηση καταφυγίου στο ευρώ, το οποίο έχει αναρριχηθεί πάνω από 14% στα 1,18 δολάρια το τελευταίο 12μηνο, καταδεικνύει πως η ΕΚΤ αποτελεί ένα από τα ισχυρά προπύργια της ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Όπως αναφέρει η γαλλική εφημερίδα «Le Figaro» σε πρόσφατη ανάλυση της, η ΕΚΤ δεν είναι απλώς μια τράπεζα. «Είναι ένας θεσμός που συμβολίζει την ενότητα της Ευρώπης. Το ευρώ αποτελεί ταυτόχρονα οικονομικό εργαλείο και πολιτικό σύμβολο. Σε περιόδους κρίσης, οι πολίτες στρέφονται προς την ΕΚΤ για σταθερότητα» γράφει η Αν ντε Γκινιέ, δημοσιογράφος της γαλλικής εφημερίδας.

Παρά την πολιτική ουδετερότητα που υποχρεούται να τηρεί ως τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής,  η ΕΚΤ έχει παράσχει ασπίδα προστασίας στα κράτη-μέλη, φροντίζοντας να αποτρέψει τα χειρότερα σενάρια για την Ευρωζώνη. Πιο απλά, η νομισματική πολιτική του ευρώ έχει λειτουργήσει ως εξισορροπητικός παράγοντας σε καταστάσεις οικονομικών κρίσεων, μεγάλης πολιτικής αστάθειας και χάσματος θέσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Τι θα γινόταν εάν ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, δεν επέτρεπε την αύξηση του ορίου του προγράμματος έκτακτης ρευστότητας  -ELA (Emergency Liquidity Assistance)- για τις ελληνικές τράπεζες μέσα στο α’ εξάμηνο του 2015;

Η ελληνική κρίση και ο ELA

Ο Ντράγκι διατήρησε τη ρευστότητα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά πάγωσε το όριο του ELA μετά τη μεγάλη αβεβαιότητα που προκάλεσε η προκήρυξη του δημοψηφίσματος για το Grexit από την κυβέρνηση Τσίπρα και τη μετωπική σύγκρουση της Αθήνας με τους Ευρωπαίους εταίρους. Τα capital controls ήταν μια αναπόφευκτη και σκληρή εξέλιξη για τη χώρα εκείνη την εποχή, μετά το κύμα των μαζικών αναλήψεων από τις τράπεζες. Εκείνη την περίοδο, η ΕΚΤ δεχόταν τεράστιες πιέσεις από την Bundesbank για την άμεση διακοπή της χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Από τεχνοκρατική άποψη, αν η ΕΚΤ είχε κόψει τελείως τη ρευστότητα, το Grexit και η επιστροφή στη δραχμή θα ήταν πλέον υπαρκτή αναγκαιότητα και όχι πολιτική επιλογή. Αλλά η Ελλάδα παρέμεινε στο σύστημα πληρωμών του ευρώ -Target 2- μέσω του ELA. Ας μην λησμονείται, εξάλλου, ότι ο Ντράγκι είχε πει το 2012 ότι θα κάνει «ότι χρειαστεί» για να σώσει το ευρώ, μια δέσμευση που υλοποίησε κόντρα στην κριτική που δεχόταν, κυρίως, από το Βερολίνο και τον «πυρήνα» της Ευρωζώνης.

Η κρίση της πανδημίας κορονοϊού

Μια ακόμη φορά που η ΕΚΤ ανέλαβε τον ρόλο του τελευταίου δανειστή, ήταν εν μέσω της κρίσης της πανδημίας covide. Υπήρξε, ουσιαστικά, «αγοραστής ύστατης καταφυγής» για τα κρατικά ομόλογα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης εν μέσω κορονοϊού, κυρίως μέσω του Έκτακτου Προγράμματος Αγοράς Πανδημίας (PEPP). Έτσι, λειτούργησε ως εγγυητής της σταθερότητας των αγορών, αποτρέποντας την εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού για χώρες που επλήγησαν σφοδρά, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Παράλληλα, η ΕΚΤ στήριξε τη ρευστότητα προς τις τράπεζες μέσω των πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTROs ), ώστε να συνεχίσουν να δανείζουν την πραγματική οικονομία.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση και η απότομη άνοδος των επιτοκίων

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επανέφερε τον κίνδυνο του πληθωρισμού μέσω του ράλι των τιμών ενέργειας, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να «σφίξει τα γκέμια» στη ροή πίστωσης με μια απότομη αύξηση των επιτοκίων.

Μετά από μια περίοδο με την πιο επιθετική και ταχεία  σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής στην ιστορία του ευρώ, η ΕΚΤ έχει πλέον ξεκινήσει έναν κύκλο καθοδικών επιτοκίων, αλλά κινείται συντηρητικά. Την περασμένη Πέμπτη απέφυγε να μειώσει περαιτέρω το κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη για 5η διαδοχική συνεδρίαση, διατηρώντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2% παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 1,7% τον Ιανουάριο.

Ήταν μια ομόφωνη απόφαση, με την πρόεδρο της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, να τονίζει ότι η Ευρωζώνη παραμένει «ανθεκτική σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον με προκλήσεις», κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στη χαμηλή ανεργία, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και των αμυντικών δαπανών. Ο Σίλβιαν Μπόγιερ, οικονομολόγος της S&P Global Ratings, δήλωσε στους Financial Times ότι η ΕΚΤ «μπορεί να μείνει στον αυτόματο αυτήν την περίοδο», καθώς το ισχυρό ευρώ «απορροφά τους κραδασμούς», ενώ η ανάπτυξη, αν και χαμηλή, παρουσιάζει θετικά σημάδια κάτω από τις αντίξοες συνθήκες του εμπορικού πολέμου των ΗΠΑ και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Η πολιτική αναγκαιότητα της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης

Αν μη τι άλλο, η ΕΚΤ είναι ένας από τους ισχυρότερους υποστηρικτές της ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης και της δημιουργίας ενός κοινού ταμείου εγγύησης καταθέσεων.

Αν και αποτελεί έναν τεχνοκρατικό θεσμό που επικεντρώνεται στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, την εποπτεία των τραπεζών και την ομαλή λειτουργία των διατραπεζικών συστημάτων πληρωμών, η ΕΚΤ θεωρεί ότι το κοινό ταμείο εγγύησης καταθέσεων δεν είναι απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μια πολιτική και οικονομική αναγκαιότητα για την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης.