Οι ελληνικές τράπεζες έχουν εισέλθει σε μια εποχή υψηλότερης διαρθρωτικής κερδοφορίας και στρατηγικής ευελιξίας, υποστηριζόμενης από ισχυρά επίπεδα κεφαλαίου, ολοένα και πιο ανθεκτικά επιχειρηματικά μοντέλα, και ένα πολύ ευνοϊκό μακροοικονομικό πλαίσιο. Τα παραπάνω αναφέρει σε σημερινή έκθεσή της για τις ελληνικές τράπεζες η Goldman Sachs, θέτοντας νέες τιμές – στόχους για τις μετοχές τους που υποδηλώνουν μέση άνοδο περίπου 20%. Επιπρόσθετα, ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος αναβαθμίζει σε σύσταση αγοράς, από ουδέτερη, τη θέση του για τη Eurobank, βλέποντας “συνεχείς ευνοϊκούς ανέμους από το ευνοϊκό επιχειρηματικό της μείγμα – με ισχυρή παρουσία σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία – και ανθεκτικές αποδόσεις επί των ιδίων κεφαλαίων”.
Η GS λέει ότι οι τιμές των μετοχών των ελληνικών μετοχών μαρτυρούν τη βελτίωση που έχουν καταγράψει, με την Εθνική Τράπεζα, την Πειραιώς, την Eurobank και την Alpha Bank να σημειώνουν μέση άνοδο περίπου 400% από το τέλος του 2021 (έναντι του δείκτη τραπεζών SX7P που αυξήθηκε περίπου 170%) και άνοδο περίπου 20% από την αρχή του έτους (έναντι του δείκτη SX7P που αυξήθηκε περίπου 4%). “Κοιτάζοντας μπροστά, συνεχίζουμε να βλέπουμε ένα εποικοδομητικό σκηνικό, με τους στόχους τιμών μας να υποδηλώνουν μέση άνοδο περίπου 20%”, λέει η GS, που πέραν της αναβαθμισμένης σύστασής της για τη Eurobank, διατηρεί την σύσταση αγοράς για την Πειραιώς και την Alpha Bank και υποβαθμίζει την σύστασή της για την Εθνική Τράπεζα, από αγορά σε ουδέτερη, βάσει σχετικής αποτίμησης.
Σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η επενδυτική θέση για τις ελληνικές τράπεζες παραμένει επιτακτική, κατά την άποψη της Goldman Sachs, δεδομένης της αύξησης των δανείων που είναι περίπου διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τους κορυφαίους δείκτες αποδοτικότητας, τη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού, τις αυξανόμενες πληρωμές στους μετόχους και την προληπτική δημιουργία κεφαλαίων. Αυτά, ενώ παράλληλα οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με έκπτωση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, περίπου με πολλαπλασιαστή κερδών 10 φορές (10x P/E ) έναντι περίπου 11x για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η GS βλέπει ότι η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο περίπου στο 14-15% την περίοδο 2026-28, με τον μέσο όρο CET1 να διαμορφώνεται σε άνω του 15%.
Όσον αφορά τα βασικά θέματα στα οποία εστιάζει η GS για τις ελληνικές τράπεζες το 2026, αφορούν στα εξής: 1) τη βιωσιμότητα της αύξησης των δανείων και το μείγμα μεταξύ εταιρικής και λιανικής ζήτησης, 2) το επίπεδο απαιτούμενης επανεπένδυσης στη βάση κόστους, και 3) την κατανομή κεφαλαίου μεταξύ της απόδοσης των μετόχων και της σταδιακής στρατηγικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα των εξαγορών.
Όσον αφορά τις συγχωνεύσεις και εξαγορές, οι ελληνικές τράπεζες δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια, με την Πειραιώς να ενσωματώνει επί του παρόντος την Εθνική Ασφαλιστική, τη Eurobank να ενσωματώνει την Ελληνική Τράπεζα και να έχει ανακοινώσει την εξαγορά της Eurolife life insurance, και την Alpha Bank να ολοκληρώνει πρόσφατα την εξαγορά της AstroBank στην Κύπρο, ενώ περαιτέρω συμφωνίες συνεχούς ανάπτυξης (και ενδεχομένως μετασχηματισμών) συζητούνται ακόμη ως πιθανότητα από αρκετές διοικητικές ομάδες.
Όπως καταλήγει το report της GS, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα αναφέρει ότι αναθεωρεί σημαντικά υψηλότερα τους στόχους τιμών της για τις ελληνικές τράπεζες (περίπου 27% κατά μέσο όρο), σε μεγάλο βαθμό λόγω της mark to market αποτίμησης που κάνει για χαμηλότερο υποτιθέμενο κόστος κεφαλαίου. Επίσης, η GS αλλάζει την προσέγγιση αποτίμησής της σε P/E δεδομένων των πιο προβλέψιμων κερδών για τις ελληνικές τράπεζες, παρέχοντας έτσι μεγαλύτερη συγκρισιμότητα σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες που καλύπτει.