Σε συνέντευξή του στο Politico, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, εξήγησε τους λόγους γιατί τα ευρωομόλογα θεωρούνται πλέον αναγκαία για το μέλλον της Ευρώπης, ενώ τοποθετήθηκε και για τις προοπτικές της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, εκτιμώντας ότι η επόμενη κίνηση θα είναι μείωση και όχι αύξηση.
Όπως επισήμανε, οι συνεχείς κρίσεις των τελευταίων ετών έχουν διογκώσει το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών, περιορίζοντας τα δημοσιονομικά τους περιθώρια απέναντι σε προκλήσεις όπως οι αμερικανικοί δασμοί, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι γεωπολιτικές εντάσεις με την Κίνα. Υποστήριξε, ακόμη, ότι χωρίς κοινή έκδοση χρέους για τη στήριξη της άμυνας, της πράσινης μετάβασης και στρατηγικών επενδύσεων, η ΕΕ δεν θα μπορέσει να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της διεθνώς.
Ο ίδιος σημείωσε πως στηρίζει την ιδέα των ευρωομολόγων εδώ και χρόνια, αν και στο παρελθόν βρισκόταν συχνά απομονωμένος στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Πλέον, όπως τονίζει, ακόμα και κεντρικές τράπεζες που διατηρούσαν επιφυλάξεις, έχουν μεταβάλει στάση, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για ένα κοινό, ασφαλές και ρευστό ευρωπαϊκό περιουσιακό στοιχείο αναφοράς.
Εμπόδιο η Γερμανία στα ευρωομόλογα
Ωστόσο, παρά τη θετική δυναμική, παραμένει η αντίθεση της γερμανικής κυβέρνησης, με τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να απορρίπτει πρόσφατα την πρόταση. Εξ ου και ο κ. Στουρνάρας, όπως αναφέρει το Politico, ανησυχεί για τη στάση αυτή, ωστόσο εμφανίζεται διατεθειμένος να συνδράμει, ώστε να αλλάξει η θέση αυτή.
Μεταξύ άλλων, υπενθύμισε ότι πριν από λίγα χρόνια η στήριξη στα ευρωομόλογα περιοριζόταν σε ελάχιστα μέλη του Συμβουλίου, ενώ σήμερα υπάρχει ευρύτερη κατανόηση της σημασίας τους. Σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή αυτή έπαιξε και η βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων των χωρών του Νότου, καθώς και η μείωση των spreads σε σχέση με τη Γερμανία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ισχυρό επιχείρημα υπέρ της κοινής έκδοσης χρέους αποτελεί και η στάση των διεθνών επενδυτών, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η Ευρώπη στερείται επαρκών ασφαλών επενδυτικών τίτλων. Η δημιουργία μιας βαθύτερης και πιο ρευστής αγοράς ευρωπαϊκών ομολόγων θα μπορούσε να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και, σταδιακά, να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Ο κ. Στουρνάρας δεν προσδιόρισε το ακριβές ύψος του ενδεχόμενου κοινού χρέους, σημείωσε όμως ότι θα απαιτηθεί συνδυασμός βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων εκδόσεων, ώστε να καλύπτονται τόσο οι ανάγκες ρευστότητας όσο και οι επενδύσεις μεγάλης διάρκειας, όπως οι υποδομές. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα ευρωομόλογα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών. Επικαλέστηκε, μάλιστα, ως επιτυχημένο παράδειγμα το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, όπου η χρηματοδότηση συνδέθηκε με σαφείς στόχους, μεταρρυθμίσεις και αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική, σημείωσε ότι η οικονομία της ευρωζώνης εμφανίζεται ανθεκτική και ο πληθωρισμός κατευθύνεται προς τον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη και τις τιμές παραμένουν αμφίρροποι, ωστόσο εκτίμησε ότι είναι ελαφρώς πιθανότερο η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση και όχι αύξηση επιτοκίων. Πάντως, ξεκαθάρισε ότι δεν αναμένονται δραματικές εξελίξεις, εκτός εάν προκύψει κάποιο απρόβλεπτο σοκ.