Η επιτάχυνση της αύξησης των μισθών στην Ευρωζώνη ενισχύει την επιφυλακτική στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) απέναντι σε νέες μειώσεις επιτοκίων.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι αποδοχές ανακάμπτουν με ρυθμό υψηλότερο από το προηγούμενο τρίμηνο, γεγονός που τροφοδοτεί τον προβληματισμό για τις πληθωριστικές πιέσεις, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών.
Παρά τη σαφή αποκλιμάκωση σε σχέση με τα υψηλά του 2024, οι εξελίξεις στο μέτωπο των αμοιβών αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Η Κριστίν Λαγκάρντ έχει καταστήσει σαφές ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τη δυναμική των μισθών, καθώς από αυτήν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η σταθεροποίηση του πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2%.
Οι μισθοί στην ευρωζώνη επιταχύνουν εκ νέου
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι μισθοί που καθορίζονται μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων αυξήθηκαν κατά 3% το τέταρτο τρίμηνο σε ετήσια βάση. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από το 1,9% του προηγούμενου τριμήνου, αν και παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από την κορύφωση του 5,4% που είχε καταγραφεί το 2024.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κομβικής σημασίας για τη χάραξη νομισματικής πολιτικής, καθώς οι μισθοί επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής και, κατ’ επέκταση, τις τελικές τιμές καταναλωτή.
Μισθοί και επιτόκια: Η στάση της ΕΚΤ
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η ΕΚΤ διατήρησε το επιτόκιο καταθέσεων στο 2% για πέμπτη διαδοχική συνεδρίαση. Η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι οι εξελίξεις στους μισθούς αποτελούν πεδίο στο οποίο είναι «ιδιαίτερα προσεκτική», δεδομένης της επίδρασής τους στον πληθωρισμό των υπηρεσιών, ο οποίος παραμένει άνω του 3%.
Η κεντρική τράπεζα στηρίζει την εκτίμησή της ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στο 2% στην προσδοκία ότι η αύξηση των αποδοχών θα συνεχίσει να μετριάζεται και ότι οι πιέσεις στον εντάσεως εργασίας κλάδο των υπηρεσιών θα αποκλιμακωθούν περαιτέρω. Ωστόσο, ένα ενδεχόμενο πιο αργής επιβράδυνσης των μισθολογικών αυξήσεων θεωρείται βασικός ανοδικός κίνδυνος για τις τιμές.
Ο κίνδυνος υπερβολικής επιβράδυνσης των μισθών
Παράλληλα, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ δεν επιθυμούν οι μισθοί να κινηθούν υπερβολικά χαμηλά. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη υποχώρησε ήδη στο 1,7% τον Ιανουάριο και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί ελαφρώς κάτω από το 2% τόσο φέτος όσο και το επόμενο έτος, πριν επανέλθει στον στόχο το 2028.
Μια υπερβολική επιβράδυνση των αμοιβών θα μπορούσε να περιορίσει την κατανάλωση και να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα, σε μια συγκυρία όπου η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη.
Οι προβλέψεις για τους μισθούς το 2025
Ο εσωτερικός δείκτης παρακολούθησης της ΕΚΤ για τις αποδοχές στην Ευρωζώνη δείχνει ότι οι μισθοί αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 2,7% το τέταρτο τρίμηνο, έναντι 2,6% το τρίτο. Αν και τα επίπεδα αυτά απέχουν σημαντικά από την κορύφωση άνω του 5% το 2024, είναι ισχυρότερα από τις προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί για το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την άποψη ότι η διαδικασία αποκλιμάκωσης των μισθολογικών πιέσεων είναι σταδιακή και όχι γραμμική, στοιχείο που εξηγεί την προσεκτική στάση της ΕΚΤ απέναντι σε νέες μειώσεις επιτοκίων.
Στουρνάρας: Πιθανότερη η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ παρά η αύξηση τους
H επόμενη κίνηση της ΕΚΤ είναι πιθανότερο να είναι μείωση παρά αύξηση των επιτοκίων σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.
Σύμφωνα με την επίσημη μετάφραση συνέντευξης από την ΤτΕ που παραχώρησε στο Politico, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι υπάρχει μια «ελαφρώς μεγαλύτερη» πιθανότητα η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση των επιτοκίων, παρά αύξηση» συμπληρώνοντας χαρακτηριστικά «εκτός αν ο ουρανός πέσει στο κεφάλι μας, μην περιμένετε συναρπαστικές ειδήσεις από τη Φραγκφούρτη φέτος». Ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι «η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει σε καλό σημείο», καθώς ο πληθωρισμός προβλέπεται να συγκλίνει προς τον στόχο της ΕΚΤ για ρυθμό πληθωρισμού 2% μεσοπρόθεσμα και η οικονομική δραστηριότητα αποδεικνύεται ανθεκτική.
Αναγνώρισε ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό φαίνονται σε γενικές γραμμές αμφίπλευροι.
Ο κ. Στουρνάρας τάχθηκε για ακόμη μία φορά υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγου. «Πριν από μερικά χρόνια, ήμασταν ένα, το πολύ δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που υποστηρίζαμε τα ευρωομόλογα», υπενθύμισε ο κ. Στουρνάρας. «Τα υπόλοιπα μέλη σκέφτονταν: ”Εσείς προέρχεστε από τον ευρωπαϊκό Νότο, οπότε είναι κατανοητό”. Αλλά πλέον έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα». Τώρα, ακόμη και η γερμανική Κεντρική Τράπεζα, de facto ηγέτης των σκεπτικιστών, έχει αλλάξει γνώμη.
Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, στη μεταστροφή των απόψεων έχει συμβάλει το γεγονός ότι οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, που βρίσκονταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας πριν από μία δεκαετία, έχουν σήμερα καλές επιδόσεις. Ασφαλώς, η σιωπηρή επιδότηση του Βερολίνου προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στο πλαίσιο του κοινού δανεισμού έχει μειωθεί σημαντικά. Οι διαβόητες “διαφορές αποδόσεων” (spreads), δηλ. η διαφορά του κόστους δανεισμού της Ελλάδος και της Ιταλίας έναντι της Γερμανίας κατά την έκδοση ενός δεκαετούς ομολόγου, είναι τώρα κάτω από 1 ποσοστιαία μονάδα.
Αν μιλήσετε με οποιονδήποτε σημαντικό διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, είτε στην Ευρώπη είτε στις ΗΠΑ, και τον ρωτήσετε γιατί το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που έχουμε στην Ευρώπη επενδύεται στο εξωτερικό, θα σας πει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η έλλειψη επαρκών ασφαλών περιουσιακών στοιχείων», είπε. «Είναι ακόμα σημαντικότερο από το ποσοστό απόδοσης».
Η κοινή έκδοση θα πρέπει να εξυπηρετεί «σαφώς προσδιορισμένους κοινούς ευρωπαϊκούς σκοπούς», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας. «Έχουμε τρεις κοινές ανάγκες στην Ευρώπη που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από κοινού: την άμυνα, την πράσινη μετάβαση και την καινοτομία».