Διανομή μερίσματος 55% επί των κερδών του 2025, κατανεμημένη ισόποσα μεταξύ μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών, θα προτείνει στη γενική συνέλευση των μετόχων της η Alpha Bank. Όπως είπε ο CEO της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης κατά την παρουσίαση αποτελεσμάτων δ΄ τριμήνου 2025 στους αναλυτές, μέσα σε δύο χρόνια από την επανέναρξη της επιστροφής αξίας προς τους μετόχους, το συνολικό ποσό διανομών έχει τετραπλασιαστεί, από 122 εκατ. το 2023 σε 519 εκατ. ευρώ το 2025. Συνολικά, οι χρηματικές διανομές από τα κέρδη του 2025 ανέρχονται σε 259 εκατ. ευρώ, ποσό υπερτριπλάσιο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Λαμβάνοντας υπόψη το προμέρισμα των 111 εκατ. ευρώ, που καταβλήθηκε τον Δεκέμβριο, το τελικό μέρισμα εκτιμάται σε 148 εκατ. ευρώ, ή περίπου 0,065 ευρώ ανά μετοχή. Το προτεινόμενο πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών ύψους 259 εκατ. ευρώ είναι αναλογικό με εκείνο που υλοποιήθηκε από τα κέρδη του 2024. «Τα τρία τελευταία χρόνια πειθαρχημένης εκτέλεσης μάς έχουν φέρει στην πρωτοπορία του κλάδου και συνεχίζουμε με την ίδια δυναμική σε ένα νέο κεφάλαιο, παραμένοντας προσηλωμένοι στη δημιουργία διαρκούς αξίας για τους μετόχους και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη», είπε ο CEO της Alpha Bank.
Όπως σημείωσε, η συνεχιζόμενη ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης και η ισχυρή οργανική δημιουργία κεφαλαίου επιτρέπουν στην Τράπεζα να εξετάζει προοδευτικά υψηλότερα ποσοστά διανομής, με στόχο την προβλέψιμη και αυξανόμενη απόδοση για τους μετόχους. Η στρατηγική αυτή ευθυγραμμίζεται με την επιδίωξη της Alpha Bank να διατηρεί ευελιξία μεταξύ μετρητών και επαναγορών μετοχών, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και τις ευκαιρίες κεφαλαιακής αξιοποίησης.
Ο κ. Ψάλτης σημείωσε ότι το 2026 είναι ένα μεταβατικό έτος για την Alpha Bank, καθώς θα επικεντρωθεί στην πλήρη ενσωμάτωση των πρόσφατων εξαγορών της και την συνεπή υλοποίηση του σχεδίου της, με τις αναμενόμενες συνέργειες να αποτυπώνονται σταδιακά. Όπως αναφέρθηκε, η Astrobank αναμένεται να συμβάλει +5% στα κέρδη ανά μετοχή το 2027 και η ΑΧΙΑ κατά 1,4%, ενώ στο +2% αναμένεται η συμβολή της Universal στην Κύπρο. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε ότι η προστιθέμενη αξία των εξαγορών των FlexFin, AXIA Ventures και Astrobank αναμένεται να ενσωματωθούν πλήρως στον Όμιλο Alpha Bank έως το γ’ τρίμηνο του 2026, ενισχύοντας τη βάση επαναλαμβανόμενων εσόδων και τις δυνατότητες του Ομίλου σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, δημιουργώντας προϋποθέσεις για περαιτέρω αύξηση της κερδοφορίας τα επόμενα χρόνια. Οι συναλλαγές αυτές εκτιμάται ότι θα έχουν θετική επίδραση στα κέρδη ανά μετοχή (EPS) και στη λειτουργική απόδοση του κεφαλαίου (RoTE), συμβάλλοντας στη σταδιακή ενίσχυση της κερδοφορίας και της ποιότητας των εσόδων.
Παράλληλα, η συμφωνία για την εξαγορά της κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας Altius και τη συγχώνευσή της με την Universal Life, δημιουργεί τον τρίτο μεγαλύτερο ασφαλιστικό οργανισμό στην Κύπρο, καλύπτοντας τους κλάδους Ζωής, Υγείας και Γενικών Ασφαλειών. Η συναλλαγή στρατηγικά, ενισχύει τη μετάβαση του Ομίλου προς δραστηριότητες χαμηλών κεφαλαιακών απαιτήσεων και έσοδα από προμήθειες και αμοιβές σε μια βασική αγορά με υψηλό αναπτυξιακό δυναμικό. Η συναλλαγή αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026, παρέχοντας πρόσβαση σε περισσότερους από 100.000 πελάτες και δίκτυο άνω των 400 ασφαλιστικών διαμεσολαβητών. Σύμφωνα με τη Διοίκηση, η συναλλαγή εκτιμάται ότι θα έχει περιορισμένη κεφαλαιακή επίπτωση, περίπου 23 μονάδες βάσης στον δείκτη CET1, με θετική συνεισφορά στα κέρδη ανά μετοχή της τάξης του περίπου 2% και ενίσχυση του δείκτη απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κατά περισσότερες από 30 μ.β.
Η Τράπεζα θα παρουσιάσει το επικαιροποιημένο Στρατηγικό της Σχέδιο στους επενδυτές της Τράπεζας σε Ημερίδα Επενδυτών το β’ τρίμηνο του 2026.
Για το 2026, η Alpha Bank εκτιμά ότι η αύξηση των κερδών ανά μετοχή θα επιταχυνθεί, με τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή να αναμένονται αυξημένα κατά περίπου 11% (από 0,36 το 2025 σε 0,40 ευρώ). Όπως αναφέρθηκε στους αναλυτές αυτό μεταφράζεται σε καθαρά κέρδη 950 εκατ. ευρώ το 2026. Η προβλεπόμενη αύξηση της κερδοφορίας βασίζεται σε διατηρήσιμες πηγές εσόδων, με περαιτέρω ενίσχυση της συνεισφοράς των δραστηριοτήτων προμηθειών και πειθαρχημένη διαχείριση κόστους.
Στις εκτιμήσεις που έγιναν για το 2026, η Διοίκηση ανέφερε επίσης αύξηση της πιστωτικής επέκτασης που θα χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από αύξηση των καταθέσεων και θα προέρχεται κατά 90% από επιχειρηματικές χορηγήσεις, σύνολο εσόδων στα 2,4 δις. ευρώ εκ των οποίων 1,7 έσοδα από τόκους, δείκτη κόστους προς έσοδα στο 40% και κόστος πιστωτικού κινδύνου στις 45 μ.β. Σημειώνεται ότι η Τράπεζα αναμένει σημαντική αύξηση των εσόδων προμηθειών το 2026 από εργασίες transaction banking, διαχείρισης κεφαλαίων καθώς διευρύνεται η συνεργασία της με την UniCredit και από επενδύσεις της στο real estate από τις οποίες αναμένεται να έρθουν στην Τράπεζα 10 εκατ. ευρώ.
Αναφερόμενος στο 2025, ο κ. Ψάλτης είπε ότι σηματοδότησε την επιτυχή ολοκλήρωση του τριετούς στρατηγικού σχεδίου 2023-2025, με την Alpha Bank να υπερκαλύπτει τους βασικούς στόχους που είχε θέσει σε επίπεδο κερδοφορίας, αποδοτικότητας και κεφαλαιακής ισχύος, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του επιχειρηματικού της μοντέλου. O δείκτης RoTE ανήλθε σε 11,9%, ή 13,8% σε προσαρμοσμένη βάση, αντανακλώντας τη βελτιωμένη ποιότητα κερδοφορίας. Η πειθαρχημένη διαχείριση κόστους διατήρησε τον δείκτη κόστους προς έσοδα στο 38,7%, χαμηλότερα του στόχου, ενώ το Cost of Risk υποχώρησε στις 48 μονάδες βάσης, υπεραποδίδοντας έναντι των αρχικών προβλέψεων. Παράλληλα, τα ενσώματα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν στα 7,6 δισ. ευρω, με τον δείκτη CET1 (fully loaded) στο 15,0%, παρά την απορρόφηση κεφαλαίου από εξαγορές, τις συναλλαγές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και την υψηλότερη διανομή προς τους μετόχους—επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου του Ομίλου.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση άγγιξε τα 3,5 δισ. ευρώ στο έτος, το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων κατέγραψε αύξηση 10% σε ετήσια βάση. Σε επίπεδο έτους, τα έσοδα από προμήθειες κατέγραψαν αύξηση κατά +19%. Η ισχυρή επίδοση αποτυπώνεται και στα κέρδη ανά μετοχή (EPS), τα οποία διαμορφώθηκαν στα 0,36 ευρώ, ενώ ο δείκτης RoTE ανήλθε σε 13,8%. Η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με τον δείκτη CET1 στο 15%.