Στάση επιφυλακής από την ΕΚΤ για τα επιτόκια, ορόσημο ο Ιούνιος

Κρίσιμες οι συνεδριάσεις της FED σήμερα και της ΕΚΤ αύριο για τα επιτόκια. Όχι νωρίτερα από τον Ιούνιο κινήσεις αύξησης των επιτοκίων του ευρώ

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/CHRISTOPHER NEUNDORF

Από τα χείλη των κεντρικών τραπεζιτών ΗΠΑ και Ευρωζώνης – του Τζερόμ Πάουελ στη σημερινή συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση της FED και της Κριστίν Λαγκάρντ αύριο, μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ (σ.σ. αύριο συνεδριάζει και η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας) – κρέμονται οι αγορές.

Εν μέσω της οξυμένης αβεβαιότητας που προκαλεί η κλιμακούμενη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, επενδυτές, αναλυτές, επιχειρηματίες, αλλά και τα νοικοκυριά περιμένουν κατεύθυνση για την οικονομία και τα επιτόκια.

Όπως φαίνεται, ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες δεν θα βιαστούν να δώσουν απαντήσεις, και θα τηρήσουν στάση επιφυλακής, “ισορροπώντας” – για ένα διάστημα τουλάχιστον τριμήνου – μεταξύ των κινδύνων πληθωρισμού και ανάπτυξης.

Το κλίμα στην Ευρωζώνη

Εστιάζοντας στην Ευρωζώνη, το κλίμα που επικρατεί φαίνεται να δείχνει ανάληψη δράσης τον Ιούνιο, όταν θα έχει αποκρυσταλλωθεί η εικόνα για την εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν και οι παρενέργειές του στις τιμές του πετρελαίου και στην εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς και ο πολιτικός αντίκτυπος στις ΗΠΑ όπου ήδη έχει ξεκινήσει η «κούρσα» για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου λειτουργούν ήδη ως δημοψήφισμα για την ανανέωση της θητείας του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και αποτελούν καταλυτικό παράγοντα για τις εφεξής «πολεμικές» αποφάσεις.

Κατόπιν των παραπάνω, τυχόν αυξήσεις των επιτοκίων του ευρώ δεν θα πρέπει να αναμένονται πριν από τον Ιούνιο. Και αυτό διότι η άνοδος του πληθωρισμού δεν είναι αποτέλεσμα της υπερβάλλουσας ζήτησης, της υπερθέρμανσης της οικονομίας και της ανόδου των μισθών, αλλά το αποτέλεσμα ενός εξωτερικού σοκ που μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Επομένως, μία αύξηση των επιτοκίων τώρα, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τα εισοδήματα.

Έτσι, το μόνο επείγον στην παρούσα φάση για τις κεντρικές τράπεζες είναι να τηρήσουν στάση wait and see, δίνοντας, ωστόσο, το μήνυμα στις αγορές για την δέσμευσή τους στην καταπολέμηση του πληθωρισμού.

Διάχυτη η ανησυχία, επείγουσα η στάση αναμονής

Η ανησυχία, πάντως, για το ποια θα είναι η πορεία της νομισματικής πολιτικής είναι διάχυτη στον επιχειρηματικό κόσμο, δεδομένου ότι οι εξελίξεις έχουν περικόψει σημαντικά τα περιθώρια για χαλάρωση – ακόμη και στις ΗΠΑ και παρά το συνεχές «bullying» του Ντόναλντ Τραμπ στον Τζερόμ Πάουελ για χαμηλότερα επιτόκια και γρήγορα.

Ενδεικτικά, η γαλλική Les Echos επισημαίνει ότι ο αποκλεισμός των στενών του Ορμούζ βυθίζει εκ νέου τους κεντρικούς τραπεζίτες σε αδύνατες επιλογές. Η προκαλούμενη εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου συνιστά ένα σοκ προσφοράς, σπρώχνοντας τις τιμές προς τα πάνω και την παραγωγή προς τα κάτω.

Οι κεντρικοί τραπεζίτες θα έπρεπε λοιπόν ταυτόχρονα να αυξήσουν τα επιτόκια για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό και να τα μειώσουν για να στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με την γαλλική εφημερίδα, η ένταση στις συνεδριάσεις των κεντρικών τραπεζών αυτή την εβδομάδα θα μπορεί να συγκριθεί με το τελευταίο σοκ προσφοράς, εκείνο του 2022, που είχε οδηγήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά πέριξ του 10%, έναντι στόχου 2%.

Στην παρούσα φάση, ωστόσο, δεν κρίνεται σκόπιμη μία αντίδραση με άνοδο των επιτοκίων όπως στο πρόσφατο παρελθόν, αφού κανείς δεν μπορεί να πει αν το βαρέλι πετρελαίου θα αξίζει 70 ή 150 δολάρια το καλοκαίρι.

Επιπλέον, η οικονομία είναι διαφορετική σήμερα από εκείνη του 2022, με την παγκόσμια ανάπτυξη δυο φορές πιο αδύναμη, την αγορά εργασίας λιγότερο σφιχτή, την αποδιοργάνωση των αλυσίδων εφοδιασμού συγκεντρωμένη σε ορισμένα προϊόντα και τα επιτόκια υψηλότερα.

Και από κοντά, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι εύθραυστες, έχοντας να αντιμετωπίσουν τεράστια δημόσια χρέη, υποτιμημένα κρυπτονομίσματα, την αγορά του private credit που προκαλεί ανησυχίες για «ρωγμές» και τις αποτιμήσεις στον κλάδο της τεχνολογίας που είναι ακόμη πολύ υψηλές. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν σε στάση επιφυλακής των κεντρικών τραπεζών για τα επιτόκια.

Στασιμότητα στην οικονομία της ΕΕ βλέπουν οι επενδυτές

Πάντως, ο πόλεμος στο Ιράν οδηγεί τους επενδυτές σε σημαντική αναθεώρηση των προσδοκιών για την ανάπτυξη στην Ευρώπη: μόλις το 29% αναμένει επιτάχυνση (από 74% πριν), ενώ το 54% προβλέπει στασιμότητα.

Το σενάριο της στασιμοπληθωριστικής οικονομίας (stagflation) κυριαρχεί πλέον, με τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό να φτάνουν στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022, όπως διαπιστώνει σε έρευνά της η Bank of America.

Η έρευνα Μαρτίου της BofA για τους Ευρωπαίους διαχειριστές κεφαλαίων, που πραγματοποιήθηκε στο αποκορύφωμα των ανησυχιών για τον πόλεμο στο Ιράν, καταγράφει σαφή επιδείνωση του κλίματος.

Αναθεώρηση προσδοκιών προς τα κάτω

Οι επενδυτές αναθεώρησαν προς τα κάτω τις προσδοκίες τους για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη, εγκαταλείποντας την αισιοδοξία που επικρατούσε πριν από την έναρξη της σύγκρουσης. Παρότι ο κίνδυνος ύφεσης παραμένει χαμηλός — με το 96% να μη βλέπει ύφεση μέσα στον επόμενο χρόνο — η δυναμική ανάπτυξης έχει εξασθενήσει σημαντικά.

Το ποσοστό όσων αναμένουν επιτάχυνση της οικονομίας μειώθηκε δραστικά, ενώ η πλειονότητα πλέον βλέπει στασιμότητα. Την ίδια στιγμή, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό αυξάνονται έντονα. Το 39% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι ο δομικός πληθωρισμός στην Ευρώπη θα είναι υψηλότερος σε έναν χρόνο — το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2022.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο στασιμοπληθωρισμός να αποτελεί πλέον το βασικό σενάριο για την οικονομία τους επόμενους μήνες, αντικαθιστώντας το πιο “ιδανικό” σενάριο ισορροπημένης ανάπτυξης (goldilocks), το οποίο σχεδόν εξαφανίζεται.

Την απειλή στασιμοπληθωρισμού έχει αναδείξει στην παρούσα συγκυρία και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι όλα θα εξαρτηθούν από την διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης.

Όσο περισσότερο διαρκέσει η κρίση και όσο εντονότερη είναι, θα λειτουργήσει αρνητικά για την διεθνή οικονομία και για την ελληνική, ανέφερε σε συνεντεύξεις του και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης.