Με τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν να κλιμακώνεται δραματικά από την έναρξή του στις 28 Φεβρουαρίου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) καλούνται να διαχειριστούν ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον τους επόμενους μήνες. Οι αυξημένες τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ, την Ευρωζώνη και στον υπόλοιπο κόσμο ενισχύουν σενάρια για στασιμοπληθωρισμό, όπου δηλαδή η ανάπτυξη παραμένει στάσιμη ή επιβραδύνεται ενώ ο πληθωρισμός και η ανεργία ακολουθούν ανοδική πορεία.
Χθες τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Fed άφησαν να εννοηθεί πως θα υπάρξει τουλάχιστον μια μείωση των επιτοκίων της τάξεως των 25 μονάδων βάσης, από το υφιστάμενο φάσμα του 3,5% με 3,75%, μέχρι τα τέλη του έτους. Δώδεκα από τα 19 μέλη του διοικητικού συμβουλίου τάχθηκαν υπέρ αυτής της πορείας μέσα στους επόμενους μήνες ενώ οι υπόλοιποι επτά τόνισαν πως το κόστος δανεισμού της αμερικανικής οικονομίας θα πρέπει να μείνει αμετάβλητο έως τα τέλη του 2026. Αναλυτές δεν αποκλείουν μια μείωση ακόμη και τον Ιούνιο εάν είναι βραχυπρόθεσμες οι ανατιμήσεις στην ενέργεια.
Στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση, ο Πάουελ δήλωσε πως η επίδραση του πολέμου στο Ιράν παραμένει αβέβαιη αλλά εξέφρασε την πεποίθηση πως θα υπάρξει άνοδος του πληθωρισμού από την αύξηση του κόστους ενέργειας στο βραχυπρόθεσμο μέλλον. Τόνισε ότι αρκετοί συμμετέχοντες στη χθεσινή συνεδρίαση συζήτησαν επίσης το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων ενώ πρόσθεσε πως η δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ δεν έχει επιτρέψει την χαλιναγώγηση του πληθωρισμού στο 2%. Τον Φεβρουάριο κυμαίνονταν στο 2,4%.
Η απόφαση για τη διατήρηση του κόστους δανεισμού στις ΗΠΑ ήταν ευρέως αναμενόμενη, ακόμη και πριν σημειώσουν άλμα σχεδόν 50% οι τιμές του αμερικανικού πετρελαίου λόγω του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, γεγονός που εκτόξευσε το κόστος της βενζίνης και του ντίζελ στα πρατήρια. Αμετάβλητα αναμένεται, επίσης, να αφήσει τα επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η Τράπεζα της Αγγλίας στη σημερινή συνεδρίαση.
Το νέο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο έχει θέσει τη Fed σε μια λεπτή θέση εξισορρόπησης, καθώς καλείται να αποφασίσει αν θα δώσει προτεραιότητα στη μάχη κατά των πληθωριστικών πιέσεων ή στα περαιτέρω σημάδια αδυναμίας στην αμερικανική αγορά εργασίας. Από τις αναθεωρημένες προβλέψεις της Fed, ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 2,7% μέχρι τα τέλη του έτους, με τον ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται στο 2,4%, δηλαδή λίγο υψηλότερα από το 2,3% που είχε προβλεφθεί τον πέρσι τον Δεκέμβριο.
Πολιτικό ζήτημα η ανεξαρτησία της Fed υπό την προεδρία Τραμπ
Η Fed διανύει μια κρίσιμη περίοδο. Εκτός από την οικονομική αβεβαιότητα του πολέμου, αντιμετωπίζει ένα περίπλοκο πολιτικό περιβάλλον. Τυπικά, ο νυν πρόεδρος Τζερόμ Πάουελ θα παραδώσει μέσα στον επόμενο διάστημα τα ηνία στον Κέβιν Γουόρς, ο οποίος αναμένεται πως θα συμβαδίζει με τη ρητορική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, για χαμηλά επιτόκια. Επισήμως η θητεία του Πάουελ λήγει τον Μάιο. Όμως ο διορισμός του Γουόρς θα παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι να κλείσει η δικαστική υπόθεση για τις εργασίες ανακαίνισης των κεντρικών γραφείων της Fed, η οποία άνοιξε μετά από ποινική δίωξη του Αμερικανού προέδρου εναντίον του νυν διοικητή της. Μέχρι τότε ο Πάουελ θα παραμείνει στο τιμόνι της Fed, σύμφωνα με το CNN. Ο ίδιος είπε χθες ότι σκοπεύει να κρατήσει τη θέση του στο διοικητικό συμβούλιο της Fed.
Επί της ουσίας, η ανεξαρτησία της Fed ως προς τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής βάλλεται από την κυβέρνηση Τραμπ που θέλει να της ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο. Ακόμη και στη χθεσινή συνεδρίαση, ο μοναδικός που ήταν υπέρ μιας άμεσης μείωσης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης -έναντι των υπολοίπων μελών του διοικητικού συμβουλίου που συμφώνησαν ότι θα πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητα- ήταν ο Στέφεν Μίραν, στενός σύμβουλος του Τραμπ.
Νέα άνοδος των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο μετά το πλήγμα στο South Pars
Αναμφίβολα οι κεντρικοί τραπεζίτες επιλέγουν να τηρήσουν στάση αναμονής. Πρόσφατα, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε ότι «παρακολουθείται στενά η κατάσταση για να υπάρχει πλήρης κατανόηση των οικονομικών συνεπειών» από τον πόλεμο. Μια πρώιμη αύξηση των επιτοκίων ενδεχομένως να επηρέαζε την επιχειρηματική δραστηριότητα ενώ το τοπίο παραμένει ομιχλώδες για την πορεία του πολέμου. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σημείωσαν χθες ξανά νέα άνοδο έως και 5% λόγω των επιθέσεων στο κοίτασμα South Pars του Ιράν, το οποίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά στο σύστημα ενέργειας της χώρας. Το South Pars είναι το ιρανικό τμήμα του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου στον κόσμο, το οποίο βρίσκεται στον Περσικό Κόλπο. Το υπόλοιπο τμήμα ανήκει στο Κατάρ και ονομάζεται North Dome.
Το καθεστώς της Τεχεράνης προχώρησε σε αντίποινα, χτυπώντας τις εγκαταστάσεις Ras Laffan, που είναι ο μεγαλύτερος τερματικός σταθμός LNG στον κόσμο. Το Ιράν έχει μετατρέψει τον πόλεμο σε περιφερειακή σύγκρουση με χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου και αποτρέποντας τη διέλευση δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ. Κάτω από αυτό το τεταμένο πολεμικό κλίμα, με οξυμένο τον κίνδυνο νέων επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές του Περσικού Κόλπου, δεν υπάρχουν περιθώρια αποκλιμάκωσης των ανοδικών πιέσεων στο κόστος ενέργειας, το οποίο παίζει κεντρικό ρόλο σε όλες τις ανατιμήσεις υπηρεσιών και προϊόντων. Χθες η τιμή του αργού πετρελαίου προσέγγισε τα 98 δολάρια το βαρέλι και η τιμή του Μπρεντ τα 107 δολάρια, αντίστοιχα. Στην ολλανδική αγορά TTF, η τιμή του φυσικού αερίου αναρριχήθηκε 6% στα 55 δολάρια τη μεγαβατώρα (MWh), επαναφέροντας φόβους για μια νέα ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη.