Στουρνάρας: Η ελληνική οικονομία 10 χρόνια μετά την κρίση, τα μαθήματα και οι προκλήσεις

Τι μπορούν να μάθουν, σύμφωνα με τον Γ. Στουρνάρα, οι εθνικές οικονομίες και η ευρωζώνη από την κρίση στην Ελλάδα

Γιάννης Στουρνάρας, διοικητής ΤτΕ © EUROKINISSI/Γ.Τ ΥΠ.ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Ομιλία με θέμα τα 10 χρόνια από την κρίση στην ελληνική οικονομία, αλλά και τα διδάγματα από αυτής για τις οικονομίες των κρατών μελών, την ευρωζώνη και τις μελλοντικές προκλήσεις, απηύθυνε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στη Φρανκφούρτη σήμερα Πέμπτη.

Στην ομιλία του με τίτλο «Η Ελληνική Οικονομία Δέκα Χρόνια μετά την Κρίση: Μαθήματα για τις Εθνικές Οικονομίες, την Ευρωζώνη και τις Μελλοντικές Προκλήσεις», ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε:

«Θα ήθελα να ευχαριστήσω την American Hellenic Educational Progressive Association (AHEPA) για την πρόσκληση στη Φρανκφούρτη, ώστε να μοιραστώ μαζί σας την εμπειρία μου σχετικά με τις προσπάθειες που κατέβαλε η Ελλάδα για να ξεπεράσει την κρίση χρέους και να ενισχύσει την οικονομική της ανθεκτικότητα. Οι αποφασιστικές προσπάθειες της Ελλάδας έδειξαν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή, η χρηματοπιστωτική αναδιάρθρωση και οι διατηρήσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να βοηθήσουν μια χώρα να ανακτήσει την οικονομική της αξιοπιστία μετά από χρόνια δυσκολιών και να θέσουν τα θεμέλια για βιώσιμη ανάπτυξη.

Η εμπειρία αυτή παραμένει επίκαιρη σήμερα, καθώς εξελίσσεται η πρόσφατη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Η γεωπολιτική σύγκρουση αποτελεί ένα επιπλέον αρνητικό σοκ προσφοράς για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομία της ευρωζώνης, με δυνητικά μεγάλο μακροοικονομικό αντίκτυπο σε περίπτωση που η σύγκρουση παραταθεί ή επεκταθεί σε άλλες χώρες. Τα διδάγματα από τη σύγχρονη ελληνική οικονομική ιστορία έχουν σημασία στη σημερινή συγκυρία, διότι οι περίοδοι συγκρούσεων τείνουν να επιφέρουν δημοσιονομική πίεση, ενεργειακές διαταραχές και ευρύτερη αβεβαιότητα, καθιστώντας ιδιαίτερα σημαντική τη συνετή δημοσιονομική διακυβέρνηση και τον συντονισμένο χειρισμό κρίσεων.

Στη σημερινή μου ομιλία, θα παρουσιάσω μια συνοπτική επισκόπηση του πώς η Ελλάδα εισήλθε στην κρίση χρέους, πώς εξήλθε από αυτήν παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις πολλών αναλυτών αγορών, φορέων χάραξης πολιτικής και ακαδημαϊκών που προέβλεπαν Grexit δύο φορές, το 2012 και το 2015, και τα βασικά διδάγματα που προκύπτουν από αυτή την εμπειρία. Στη συνέχεια, θα σκιαγραφήσω τη σημαντική πρόοδο που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, πριν καταλήξω στη διαρκή κληρονομιά της κρίσης και στις προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την ευρωζώνη ευρύτερα, ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες πολύ υψηλής γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

1. Τι οδήγησε στην ελληνική κρίση

Μετά από μια ισχυρή και διατηρήσιμη προσπάθεια ονομαστικής σύγκλισης τη δεκαετία του 1990, κατά την οποία τα ονομαστικά επιτόκια μειώθηκαν κατά περισσότερο από 15 ποσοστιαίες μονάδες, η Ελλάδα γνώρισε ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, χαμηλό πληθωρισμό και μείωση της ανεργίας από το 2000 έως το 2007, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ταχείας πιστωτικής επέκτασης και του φθηνού δανεισμού, ιδιαίτερα μετά την είσοδο στην ευρωζώνη το 2001. Ωστόσο, παρέμειναν διαρθρωτικές αδυναμίες. Τα κριτήρια του Μάαστριχτ για τη συμμετοχή στην ευρωζώνη επικεντρώνονταν κυρίως στην ονομαστική σύγκλιση – πληθωρισμός, δημοσιονομικό έλλειμμα, μείωση του λόγου χρέους, επιτόκια και συναλλαγματική ισοτιμία – αλλά δεν απαιτούσαν βαθιές και διατηρήσιμες μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας, στις αγορές προϊόντων, στο συνταξιοδοτικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση, ώστε να βελτιωθεί η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και η θεσμική ικανότητα. Ως αποτέλεσμα, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε ταχέως και πλησίασε τον μέσο όρο της ΕΕ, η διακυβέρνηση, η παραγωγικότητα, η βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα δεν ακολούθησαν, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμεινε σχεδόν διπλάσιο από την τιμή αναφοράς του Μάαστριχτ εκείνη την περίοδο, δηλαδή το 3% του ΑΕΠ.

Στην πραγματικότητα, προς τα τέλη της δεκαετίας του 2000, η δημοσιονομική πολιτική έγινε υπερβολικά επεκτατική, επηρεαζόμενη από τον πολιτικό κύκλο, ενώ η αύξηση των πραγματικών μισθών ξεπέρασε σημαντικά την αύξηση της παραγωγικότητας. Η επακόλουθη πραγματική ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, σε συνδυασμό με την ταχεία οικονομική ανάπτυξη, οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης το 2008 και το 2009 εκτινάχθηκε στο 10% και 15% του ΑΕΠ αντίστοιχα, από έναν μέσο όρο περίπου 6% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2000-2007. Ο λόγος δημόσιου χρέους αυξήθηκε στο 128% του ΑΕΠ το 2009 από 104% το 2007.

Επομένως, η ελληνική κρίση δεν ξεκίνησε ως τραπεζική κρίση, όπως σε άλλα κράτη-μέλη, αλλά ως κρίση δημόσιου χρέους, η οποία επιδείνωσε τις ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εξελίχθηκε σε τραπεζική κρίση, μέσω ζημιών στα χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων, απόσυρσης καταθέσεων και εκρηκτικής αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs).

Καθοριστικά, η Ελλάδα απέτυχε να αξιοποιήσει την ευνοϊκή προ της κρίσης περίοδο για να αντιμετωπίσει επίμονες ευπάθειες. Η δημόσια διοίκηση παρέμεινε αναποτελεσματική, η φοροδιαφυγή ήταν εκτεταμένη, το συνταξιοδοτικό σύστημα παρέμεινε μη βιώσιμο και ο λόγος δημόσιου χρέους παρέμεινε σταθερός αλλά υψηλός, γύρω στο 105% του ΑΕΠ, πριν εκτοξευθεί το 2008 και το 2009 σε μη βιώσιμα επίπεδα.

Όταν η κρίση δημόσιου χρέους ξέσπασε το 2010, η Ελλάδα έχασε γρήγορα την πρόσβαση στις αγορές. Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις υποβαθμίστηκαν, οι αποδόσεις των ομολόγων εκτινάχθηκαν και τόσο η κυβέρνηση όσο και ο τραπεζικός τομέας αποκλείστηκαν από τη διεθνή χρηματοδότηση. Οι πολίτες απέσυραν μεγάλα ποσά καταθέσεων, οι αξίες των ακινήτων που χρησιμοποιούνταν ως εξασφαλίσεις κατέρρευσαν και οι συνθήκες ρευστότητας επιδεινώθηκαν απότομα.

Η Ελλάδα επιχείρησε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες στο πρώτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής μέσω ταχείας δημοσιονομικής προσαρμογής και μεταρρυθμίσεων, ώστε να επιτευχθεί η αναγκαία βελτίωση της ανταγωνιστικότητας εν απουσία υποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Τον Μάιο του 2010, η ΕΚΤ άρχισε να αγοράζει ελληνικά κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά [μέσω του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων (SMP)], προκειμένου να αντιμετωπίσει τις έντονες πιέσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με στόχο την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

Η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε περισσότερο σε αυξήσεις φόρων παρά σε μεταρρυθμίσεις δαπανών ή πολιτικές που ενισχύουν την ανάπτυξη. Εκ των υστέρων, οι μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν με μάλλον κακή χρονική ακολουθία υπό την επιμονή των «τριών θεσμών» (ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ), δίνοντας προτεραιότητα πρώτα στις αγορές εργασίας και έπειτα στις αγορές προϊόντων. Ως αποτέλεσμα, οι ονομαστικοί μισθοί μειώθηκαν ταχύτερα από τις τιμές, οδηγώντας σε μείωση των πραγματικών μισθών και κατάρρευση της κατανάλωσης των νοικοκυριών, επιδεινώνοντας περαιτέρω την ύφεση. Η ευθραυστότητα του τραπεζικού τομέα επιδεινώθηκε από την εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ οι θεσμικές αδυναμίες σε επίπεδο ΕΕ επιδείνωσαν περαιτέρω την κρίση, καθώς η αρχική αρχιτεκτονική της ΟΝΕ δεν διέθετε εργαλεία διαχείρισης κρίσεων, η ελάφρυνση του χρέους καθυστέρησε και ο φαύλος κύκλος μεταξύ κράτους και τραπεζών ενίσχυσε την αστάθεια — μέχρι την αποφασιστική παρέμβαση της ΕΚΤ στα μέσα του 2012 με την ανακοίνωση του προγράμματος Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (OMT), που τελικά σταθεροποίησε τις συνθήκες.

2. Ποια ήταν η επίδραση των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής

Σε απάντηση στην κρίση δημόσιου χρέους, η Ελλάδα εφάρμοσε τρία διαδοχικά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής από το 2010 και μετά, με τη στήριξη των «τριών θεσμών» και των ευρωπαίων εταίρων της. Τα προγράμματα αυτά στόχευαν στη δημοσιονομική προσαρμογή, στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η μακροοικονομική ισορροπία και να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών.

Τα προγράμματα πέτυχαν τους βασικούς τους στόχους σταθεροποίησης: το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα 10,1% του ΑΕΠ το 2009 μετατράπηκε σε πρωτογενές πλεόνασμα που υπερέβη το 4% του ΑΕΠ έως το 2018, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2009 και 2018. Υλοποιήθηκαν εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις, την υγεία, τις αγορές εργασίας, τη φορολογική διοίκηση και τη δημόσια διοίκηση, βελτιώνοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα άρχισε να επαναπροσανατολίζει το αναπτυξιακό της πρότυπο προς τις εξαγωγές και τις εμπορεύσιμες δραστηριότητες.

Ο τραπεζικός τομέας υπέστη βαθιά αναδιάρθρωση. Εκτεταμένες συγχωνεύσεις και εκκαθαρίσεις περιόρισαν το σύστημα σε τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες πλέον ελέγχουν πάνω από το 95% της αγοράς. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, διασφαλίζοντας τη νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, διατηρώντας την παροχή ρευστότητας προς τις ελληνικές τράπεζες και εξασφαλίζοντας την αδιάλειπτη διαθεσιμότητα μετρητών σε όλη τη χώρα, σε στενό συντονισμό με την ΕΚΤ. Χάρη σε μηχανισμούς όπως το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και το Σχήμα Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (HAPS «Ηρακλής»), ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε από 49% το 2016 σε 3,3% έως το τέλος του 2025, ενώ οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, ρευστότητας, κερδοφορίας και κανονιστικής ανθεκτικότητας βελτιώθηκαν σημαντικά. Επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι μεταξύ 2015 και 2019 για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι καταθέσεις παρέμειναν πλήρως προστατευμένες και δεν υπήρξαν απώλειες για τους καταθέτες, παρά τη διαδεδομένη φημολογία ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να εξέλθει από τη ζώνη του ευρώ.

Ωστόσο, η προσαρμογή είχε σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Η διαδικασία βασίστηκε περισσότερο σε αυξήσεις φόρων παρά σε μεταρρυθμίσεις δαπανών ή πολιτικές φιλικές προς τις επενδύσεις, ενώ οι στόχοι ιδιωτικοποιήσεων σε μεγάλο βαθμό δεν επιτεύχθηκαν. Οι «τρεις θεσμοί» επέμειναν σε υπερβολικά αυστηρή και ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή και αγνόησαν τις επιπτώσεις της στην ανάπτυξη, την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή, τα φορολογικά έσοδα και το «φαινόμενο χιονοστιβάδας» (δηλαδή τη διαφορά μεταξύ του αποτελεσματικού ονομαστικού επιτοκίου του δημόσιου χρέους και του ονομαστικού ρυθμού ανάπτυξης, διαφορά που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ). Μεταξύ 2008 και 2016, η Ελλάδα έχασε πάνω από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες, οι δείκτες ανισότητας και φτώχειας εκτινάχθηκαν, οι επενδύσεις κατέρρευσαν και σημειώθηκε μαζική φυγή εγκεφάλων. Έτσι, ενώ η μακροοικονομική σταθεροποίηση και η αποκατάσταση του τραπεζικού συστήματος ήταν τελικά επιτυχείς, το κόστος σε όρους απώλειας παραγωγής, κοινωνικής συνοχής και μακροπρόθεσμου ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου ήταν τεράστιο.

3. Διδάγματα από την ελληνική κρίση

Η ελληνική κρίση προσφέρει αρκετά βασικά διδάγματα για την οικονομική πολιτική, τη διακυβέρνηση της ευρωζώνης και τη διαχείριση κρίσεων.

Πρώτον, η πολιτική ιδιοκτησία και η αξιοπιστία έχουν σημασία. Ο λαϊκισμός, η πολιτική πόλωση και τα κατεστημένα συμφέροντα μπορούν να αναστείλουν τις μεταρρυθμίσεις και να υπονομεύσουν την οικονομική ανάκαμψη. Η ισχυρή πολιτική ηγεσία, η θεσμική δέσμευση και τα διαφανή πλαίσια πολιτικής ενισχύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών, των νοικοκυριών και των διεθνών εταίρων.

Δεύτερον, οι δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες πρέπει να αντιμετωπίζονται πριν φτάσουν σε μη βιώσιμα επίπεδα. Η αποκλειστική εξάρτηση από κριτήρια ονομαστικής σύγκλισης, χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μπορεί να αποκρύπτει ευπάθειες και να καθυστερεί τις αναγκαίες προσαρμογές. Τα κράτη-μέλη που εισέρχονται σε μια νομισματική ένωση πρέπει να ενισχύουν τους θεσμούς, τη διακυβέρνηση και τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα παράλληλα με τη δημοσιονομική σύγκλιση. Η ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Τρίτον, σε συνάρτηση με το προηγούμενο σημείο, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να είναι συνεπής με εκείνη της νομισματικής πολιτικής. Στόχος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ είναι η σταθερότητα των τιμών, που ορίζεται ως πληθωρισμός 2% μεσοπρόθεσμα. Κατά τα χρόνια πριν από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, η εγχώρια δημοσιονομική πολιτική ήταν υπερβολικά επεκτατική, με αποτέλεσμα σχετικά υψηλό πληθωρισμό και αύξηση μισθών, καθώς και μη παραγωγικές δαπάνες. Τα δημοσιονομικά κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ είχαν σκοπό, αλλά η Ελλάδα δεν τα τήρησε. Και πληρώσαμε το τίμημα γι’ αυτό. Ευτυχώς, η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική, με την κυβέρνηση να έχει επιτύχει μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα.

Τέταρτον, η ακολουθία και ο σχεδιασμός των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι κρίσιμα. Μεταρρυθμίσεις που συμπιέζουν υπερβολικά τους μισθούς ή εστιάζουν στενά σε έναν τομέα μπορούν να επιδεινώσουν τις υφέσεις. Μια ισορροπημένη προσέγγιση που συνδυάζει δημοσιονομική προσαρμογή με διαρθρωτικά μέτρα ενίσχυσης της ανάπτυξης και δημόσιες επενδύσεις είναι απαραίτητη. Η νομοθετική και διοικητική ικανότητα πρέπει να είναι επαρκής ώστε να εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις αποδοτικά και αποτελεσματικά. Η ελληνική εμπειρία έδειξε επίσης ότι η προσαρμογή μέσω εσωτερικής υποτίμησης —μειώσεις σε μισθούς και τιμές απουσία ευελιξίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας— είναι αργή και κοινωνικά δαπανηρή, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και πολιτικές που στηρίζουν τις επενδύσεις και την αύξηση της παραγωγικότητας.

Πέμπτον, ο τραπεζικός τομέας απαιτεί προσεκτική εποπτεία και έγκαιρες παρεμβάσεις όχι μόνο κατά τη διάρκεια αλλά ακόμη και πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης. Η αποτυχία έγκαιρης διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέτεινε την ύφεση και αποδυνάμωσε την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία. Μια συστημική λύση για τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, υποστηριζόμενη από κατάλληλο νομικό και θεσμικό πλαίσιο, είναι κρίσιμη.

Έκτον, η αρχιτεκτονική μιας νομισματικής ένωσης επηρεάζει την επίλυση κρίσεων. Η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών επιμερισμού κινδύνου, εργαλείων διαχείρισης κρίσεων και συντονισμένης εποπτείας εντός της ΟΝΕ ενίσχυσε τις δυσκολίες της Ελλάδας. Η έγκαιρη παρέμβαση της ΕΚΤ, η δημιουργία του ΕΜΣ, η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και οι ευνοϊκές συνθήκες αναχρηματοδότησης ήταν καθοριστικές για την αποτροπή μιας άτακτης χρεοκοπίας και τη σταθεροποίηση του συστήματος. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα τελικά επωφελήθηκε από γενναιόδωρη αναχρηματοδότηση του χρέους με πολύ ευνοϊκούς όρους, γεγονός που δημιούργησε ένα ευνοϊκό «φαινόμενο χιονοστιβάδας», επιτρέποντας τη βελτίωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, καθώς το αποτελεσματικό επιτόκιο του δημόσιου χρέους παρέμεινε χαμηλότερο από την ανάπτυξη του ΑΕΠ για παρατεταμένες περιόδους. Επιπλέον, η εξαίρεση (waiver) της ΕΚΤ ως προς την επιλεξιμότητα των ελληνικών κρατικών ομολόγων ως ενέχυρο εξασφάλισε την ομαλή αναχρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος κατά τα χρόνια της κρίσης — στήριξη που δεν ήταν πλέον απαραίτητη όταν η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα. Πιο γενικά, η κρίση κατέδειξε ότι οι νομισματικές ενώσεις απαιτούν ισχυρά θεσμικά πλαίσια, συμπεριλαμβανομένων αξιόπιστων μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων, χρηματοπιστωτικών δικλίδων ασφαλείας και συντονισμένης εποπτείας, ώστε να αποτρέπεται η ενίσχυση ασύμμετρων σοκ.

Τέλος, η διαχείριση κρίσεων απαιτεί τόσο δημοσιονομική πειθαρχία όσο και στήριξη της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει ότι τα προγράμματα προσαρμογής μπορούν να αποκαταστήσουν τη μακροοικονομική ισορροπία και να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα, αλλά με υψηλό κοινωνικό κόστος. Τα μελλοντικά προγράμματα πολιτικής θα πρέπει να εξισορροπούν τους δημοσιονομικούς στόχους με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και πολιτικές προσανατολισμένες στην ανάπτυξη, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι κοινωνικές δυσχέρειες και να συντομεύονται οι περίοδοι ανάκαμψης. Οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να εξαιρούνται από περικοπές δαπανών, ενώ οι επιπτώσεις στον λόγο δημόσιου χρέους από τη βελτίωση του πρωτογενούς ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης μέσω δημοσιονομικών μέτρων θα πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με το «φαινόμενο χιονοστιβάδας».

Συνοψίζοντας, η ελληνική κρίση υπογραμμίζει την ανάγκη για ισχυρούς θεσμούς, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεσματική διακυβέρνηση, συνετές δημοσιονομικές πολιτικές και ολοκληρωμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ο συνδυασμός εγχώριων αδυναμιών, θεσμικών κενών, καθυστερημένων μεταρρυθμίσεων και εξωτερικών σοκ δημιούργησε μία από τις πιο σοβαρές οικονομικές κρίσεις στην ιστορία. Ωστόσο, η αντίδραση μέσω των προγραμμάτων προσαρμογής αποκατέστησε τη μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα. Σημαντική συμβολή είχε η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω των ενεργειών της για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ιδίως μέσω της παροχής ρευστότητας και του ρόλου της στην ανακεφαλαιοποίηση, αναδιάρθρωση και ενοποίηση του τραπεζικού τομέα. Η Ελλάδα λειτούργησε ως «μαμή της ιστορίας»: λόγω της ελληνικής κρίσης, η Ευρώπη δημιούργησε νέους θεσμούς και απέκτησε εμπειρία, καθώς και την απαραίτητη στάση και εργαλεία για τη διαχείριση κρίσεων, τα οποία αποδείχθηκαν χρήσιμα αργότερα κατά την πανδημία Covid-19.

4. Πρόοδος, τρέχουσα κατάσταση και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και προτεραιότητες πολιτικής για το μέλλον

Η Ελλάδα έχει υποστεί έναν βαθύ οικονομικό μετασχηματισμό τα τελευταία χρόνια, αναδεικνυόμενη ως μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις της ευρωζώνης μετά από περισσότερο από μία δεκαετία κρίσης και διαρθρωτικής προσαρμογής. Από το 2019, η αύξηση του ΑΕΠ της Ελλάδας υπερβαίνει σταθερά τον μέσο όρο της ευρωζώνης, επαναφέροντας τη χώρα σε τροχιά σύγκλισης προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος μετά από πολλά χρόνια απόκλισης. Το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, όσο και το 2024, σημαντικά πάνω από τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, που ήταν 1,4%.

Η οικονομική ανάπτυξη το 2025 στηρίχθηκε τόσο στην ιδιωτική κατανάλωση όσο και στις επενδύσεις, οι οποίες συνέβαλαν κατά 1,4 και 1,5 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα στην αύξηση της παραγωγής. Οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν επίσης θετικά, προσθέτοντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,7%, αντέχοντας στο δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον. Συνολικά, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2% το 2025 χάρη στην ισχυρή επίδοση της αγοράς εργασίας, ενώ η αύξηση των επενδύσεων επιταχύνθηκε στο 8,9%, κυρίως λόγω της χρηματοδότησης από το RRF (Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας).

Οι οικονομικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία παραμένουν θετικές, παρά τους ισχυρούς εξωτερικούς αντίθετους ανέμους.

Εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν διαρκέσει περισσότερο από λίγες εβδομάδες και εάν οι τιμές της ενέργειας αποκλιμακωθούν, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στο ίδιο επίπεδο με το 2025, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης και ενισχύοντας περαιτέρω τη σύγκλιση προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά. Βραχυπρόθεσμα, οι επενδύσεις θα υποστηριχθούν από τους εναπομείναντες διαθέσιμους πόρους του RRF.

Το σημαντικότερο είναι ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν βασίζεται σε βραχυπρόθεσμα μέτρα τόνωσης, αλλά σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη: υγιή δημόσια οικονομικά, ανθεκτική κατανάλωση των νοικοκυριών, ισχυρή ανάκαμψη των επενδύσεων με τη στήριξη του RRF και εξαιρετική επίδοση των εξαγωγών — ιδιαίτερα στον τουρισμό, τα logistics, τις ψηφιακές υπηρεσίες και τους τομείς έντασης καινοτομίας, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα. Παράλληλα, η αγορά εργασίας έχει ενισχυθεί, με την ανεργία να υποχωρεί σε μονοψήφια επίπεδα για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης, στο 8,9% το 2025, και τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό να αυξάνεται, ενώ η εξαγωγική δραστηριότητα επεκτείνεται πέρα από τον τουρισμό προς αγαθά μεταποίησης υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η αύξηση των διαθέσιμων εισοδημάτων και η μείωση του ποσοστού απόλυτης φτώχειας (με το όριο φτώχειας σταθερό σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης του 2019) μεταξύ 2019 και 2023 δείχνουν ότι η ανάκαμψη μεταφράζεται πλέον και σε κοινωνικά οφέλη, και όχι μόνο σε μακροοικονομικά.

Η μακροοικονομική διακυβέρνηση υπήρξε καθοριστική για την αποκατάσταση της διεθνούς εμπιστοσύνης. Η Ελλάδα συνεχίζει να επιτυγχάνει ισχυρά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα και συνολικά πλεονάσματα, χωρίς να επιστρέφει σε περιοριστικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά με στήριξη από πειθαρχημένα δημόσια οικονομικά, βελτιωμένη φορολογική διοίκηση και αποφασιστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Το δημόσιο χρέος μειώνεται σταθερά ως ποσοστό του ΑΕΠ και αναμένεται να φτάσει περίπου το 138% του ΑΕΠ το 2026, λόγω της ισχυρής ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ και των ευνοϊκών συνθηκών εξυπηρέτησης του χρέους. Οι συνετές δημοσιονομικές πολιτικές έχουν δημιουργήσει περιθώριο για στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και επενδύσεις σε ψηφιακές, πράσινες και υποδομικές προτεραιότητες — όλα αυτά σε πλήρη ευθυγράμμιση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν ανταποκριθεί με αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του κράτους και των τραπεζών, συμβάλλοντας στην προσέλκυση νέων ξένων κεφαλαίων σε ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.

Ωστόσο, το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει πολύ εύθραυστο. Η γεωπολιτική αστάθεια και μια κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, μια νέα μεγάλη ενεργειακή κρίση που απορρέει από αυτόν τον πόλεμο, οι προστατευτικές πιέσεις, η αβεβαιότητα οικονομικής πολιτικής, ο χρηματοπιστωτικός κατακερματισμός και η κλιματική αλλαγή αποτελούν σημαντικές πηγές καθοδικών κινδύνων. Ο πόλεμος, εάν παραταθεί, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις, δηλαδή υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη.

Σε εγχώριο επίπεδο, ορισμένα κατάλοιπα της κρίσης, όπως το ιδιωτικό χρέος, το χαμηλότερο απόθεμα κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού, καθώς και οι δημογραφικές πιέσεις, η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών και των νέων στο εργατικό δυναμικό και οι καθυστερήσεις στις δικαστικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις, παραμένουν άλυτα, ενώ το κόστος στέγασης συνεχίζει να επιβαρύνει ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει μετατοπίσει την εστίασή της από την ανάκαμψη στη «στρατηγική επιτάχυνση». Κεντρικός οικονομικός στόχος είναι πλέον η επίτευξη μακροχρόνιας πραγματικής σύγκλισης με την ευρωζώνη χωρίς την αναπαραγωγή των μακροοικονομικών ανισορροπιών του παρελθόντος. Αυτό απαιτεί ταχύτερη κάλυψη του εναπομείναντος επενδυτικού κενού με την ευρωζώνη, διατήρηση των κερδών παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, συνέχιση της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και αποτελεσματική κινητοποίηση και κατανομή εγχώριων πόρων, ευρωπαϊκών διαρθρωτικών πόρων και πόρων του RRF, καθώς και άμεσων ξένων επενδύσεων, ιδίως σε τομείς που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από την τεχνολογική πρόοδο και τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό.

Η μακροοικονομική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα πρέπει να παραμείνει ο ακρογωνιαίος λίθος. Η αυστηρή τήρηση των κανόνων της ΕΕ και η επιτάχυνση της μείωσης του χρέους, συμπεριλαμβανομένης της πρόωρης αποπληρωμής του Greek Loan Facility (GLF), ήταν και παραμένουν ουσιώδεις για τη διατήρηση της αξιοπιστίας. Ωστόσο, η σταθερότητα δεν αρκεί. Η δημοσιονομική στρατηγική πρέπει να γίνει εγγενώς προσανατολισμένη στην ανάπτυξη, ανακατευθύνοντας τις δαπάνες προς υποδομές, εκπαίδευση, καινοτομία και δημογραφική στήριξη, ενώ παράλληλα εκσυγχρονίζει περαιτέρω το φορολογικό σύστημα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της δικαιοσύνης.

Το καθοριστικό πεδίο είναι η κινητοποίηση επενδύσεων. Η αξιοποίηση των εναπομεινάντων πόρων του RRF πρέπει να είναι ταχεία και αποτελεσματική, αλλά η εξωτερική χρηματοδότηση από μόνη της δεν επαρκεί. Το ιδιωτικό κεφάλαιο πρέπει να προσελκυσθεί δυναμικά μέσω ταχύτερων διαδικασιών αδειοδότησης, εμβάθυνσης των κεφαλαιαγορών και ανάπτυξης μη τραπεζικής χρηματοδότησης — ενώ οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις πρέπει να ενισχυθούν μέσω της ενδυνάμωσης των πλήρως κεφαλαιοποιητικών πυλώνων του συνταξιοδοτικού συστήματος, της παροχής κινήτρων για τη μείωση του ασφαλιστικού κενού έναντι φυσικών καταστροφών και της βελτίωσης της χρηματοοικονομικής παιδείας.

Τέλος, η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση όχι ως υποχρεώσεις αλλά ως στρατηγικές ευκαιρίες ανταγωνιστικότητας. Η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε χωρητικότητα δικτύων, σε διασυνδέσεις, στην ετοιμότητα για τεχνητή νοημοσύνη και στην καινοτομία της κυκλικής οικονομίας είναι ουσιώδης — όπως και η μετατόπιση της στεγαστικής πολιτικής από επιδοτήσεις σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς. Η νέα ενεργειακή κρίση αποτελεί σαφή υπενθύμιση ότι η Ελλάδα πρέπει να μεγιστοποιήσει τις προσπάθειές της για τη μείωση της εξάρτησης από (εισαγόμενα) ορυκτά καύσιμα.

Εάν διατηρηθούν η πολιτική σταθερότητα, η δημοσιονομική υπευθυνότητα, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η θεσμική αξιοπιστία και η δυναμική των μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση όχι μόνο να διατηρήσει την ανάκαμψη αλλά και να περάσει σε μια φάση μόνιμα υψηλότερου λόγου επενδύσεων, αύξησης της παραγωγικότητας και οικονομικής ανθεκτικότητας.

5. Τα διδάγματα για την ΕΕ και την Οικονομική και Νομισματική Ενωση από την ελληνική κρίση

Η ελληνική κρίση ανέδειξε τη ζωτική ανάγκη για δημοσιονομική πειθαρχία στην ευρωζώνη. Παράλληλα, κατέδειξε ότι οι διαρθρωτικές ακαμψίες πρέπει να αντιμετωπιστούν ώστε να ενισχυθούν η παραγωγικότητα και οι επενδύσεις. Η εμπειρία της Ελλάδας υπογραμμίζει τη σημασία της καινοτομίας, της μετάβασης σε υψηλή τεχνολογία, της αποτελεσματικής αξιοποίησης των πόρων της ΕΕ και των άμεσων ξένων επενδύσεων, της εμβάθυνσης των κεφαλαιαγορών και της διασφάλισης ασφαλούς και προσιτής ενέργειας για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας και ανθεκτικότητας.

Ωστόσο, ενώ η Ελλάδα και τα άλλα κράτη-μέλη πρέπει να παραμείνουν πλήρως προσηλωμένα στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μια αμιγώς εθνική στρατηγική δεν είναι πλέον επαρκής. Το παγκόσμιο περιβάλλον έχει μεταβληθεί δραματικά μέσα σε λίγα χρόνια, με αυξανόμενο γεωπολιτικό κατακερματισμό, ενεργειακές κρίσεις, ένοπλες συγκρούσεις, εμπορικές εντάσεις, δασμούς και εντεινόμενο τεχνολογικό ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η Ευρώπη στο σύνολό της αντιμετωπίζει πλέον ένα ευρύ σύνολο προκλήσεων, όχι μόνο οικονομικών αλλά και τεχνολογικών, περιβαλλοντικών, ενεργειακών και σχετικών με την ασφάλεια. Καθίσταται ολοένα και πιο σαφές ότι απαιτείται μια συνεκτική πανευρωπαϊκή στρατηγική, σύμφωνη με τη στρατηγική σκέψη που αποτυπώνεται σε πρόσφατες εκθέσεις υψηλού επιπέδου, όπως η έκθεση Letta για την εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς και την εξάλειψη των (ακόμη σημαντικών) εσωτερικών εμποδίων στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και η έκθεση Draghi για τις επενδυτικές ανάγκες της Ευρώπης, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Μόνο μέσω συντονισμένης κοινής δράσης μπορεί η ΕΕ να ελπίζει ότι θα καλύψει τα κενά παραγωγικότητας και καινοτομίας, θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα και θα διατηρήσει τη στρατηγική της αυτονομία.

Σε αυτό το πλαίσιο, πρόσφατες πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως το ReArm Europe Plan και το Readiness 2030, καθώς και το Competitiveness Compass και το Clean Industry Pact της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σηματοδοτούν μια σημαντική μετατόπιση πολιτικής προς μια ισχυρότερη, προσανατολισμένη στο μέλλον βιομηχανική πολιτική που επιδιώκει να ενθαρρύνει επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και την καινοτομία. Οι πρωτοβουλίες αυτές υποστηρίζουν βαθύτερη ολοκλήρωση των αγορών και ενθαρρύνουν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε κρίσιμες τεχνολογίες και υποδομές, ενισχύοντας έτσι την ανθεκτικότητα απέναντι σε εξωτερικά σοκ. Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης —ιδίως μέσω της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων— και η έναρξη μιας πραγματικής ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων θα μείωναν σημαντικά τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό.

Αξιοποιώντας την επιτυχία του NextGenerationEU, η έκδοση περισσότερου κοινού ευρωπαϊκού χρέους θα μπορούσε να καταλύσει υψηλότερες διασυνοριακές επενδύσεις, να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και να βελτιώσει αποφασιστικά τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Είναι αναμφίβολα ενθαρρυντικό ότι η συζήτηση για την έκδοση περισσότερου κοινού ευρωπαϊκού χρέους έχει προχωρήσει. Στόχος μας θα πρέπει να είναι η έκδοση κοινού χρέους για την εξυπηρέτηση σαφώς καθορισμένων κοινών ευρωπαϊκών σκοπών υψηλής σημασίας, όπως η ενίσχυση της άμυνας, της πράσινης ενέργειας και των στρατηγικών επενδύσεων. Αυτό θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα ότι η Ευρώπη κινείται προς μεγαλύτερη ενότητα, κοινή ευθύνη και ένα πιο ανθεκτικό και ολοκληρωμένο μέλλον. Ταυτόχρονα, η έκδοση κοινού χρέους θα ενισχύσει την ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και θα εμβαθύνει τις κεφαλαιαγορές. Μια μεγαλύτερη προσφορά ασφαλών τίτλων σε ευρώ θα προσελκύσει διεθνείς επενδυτές που επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους.

Ένα κοινό ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο μπορεί να αποτελέσει μετασχηματιστικό βήμα για την ολοκλήρωση των αγορών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τον διεθνή ρόλο του ευρώ. Ωστόσο, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα υγιή εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια. Ο στόχος είναι να συμπληρώσει την εθνική πειθαρχία, όχι να την αποδυναμώσει. Ο κοινός δανεισμός μπορεί να διασφαλίσει συνετή δημοσιονομική διαχείριση, εφόσον πραγματοποιείται με πειθαρχημένο και αξιόπιστο τρόπο — υπό την προϋπόθεση ότι βασίζεται σε κανόνες, εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς και στηρίζεται σε θεσμικά θεμέλια.

Η εμπειρία του NGEU είναι διδακτική ως προς αυτό. Η μεγάλης κλίμακας κοινή έκδοση ομολόγων απέδειξε ότι η ΕΕ μπορεί να δανείζεται συλλογικά σε μεγάλη κλίμακα, να διαμορφώνει μια ρευστή καμπύλη αποδόσεων και να προσελκύει ισχυρή παγκόσμια ζήτηση — χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική υπευθυνότητα σε εθνικό επίπεδο. Καθοριστικής σημασίας είναι ότι η χρηματοδότηση του NGEU συνδέθηκε με σαφώς καθορισμένους ευρωπαϊκούς στόχους, χρονικά περιορισμένες δεσμεύσεις και αιρεσιμότητα μεταρρυθμίσεων. Αυτή η αρχιτεκτονική συνέβαλε στον περιορισμό του ηθικού κινδύνου, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία στις αγορές.

Η ζήτηση για ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα υψηλής ποιότητας παραμένει ισχυρή, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αυτό αντανακλά εν μέρει το διαρθρωτικό πλεόνασμα αποταμιεύσεων της ευρωζώνης, με σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων να επενδύεται σήμερα στο εξωτερικό λόγω της περιορισμένης προσφοράς κοινά εκδιδόμενων τίτλων υψηλής ποιότητας. Ένα καλά σχεδιασμένο ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο, εκδιδόμενο σε επαρκείς ποσότητες, θα μπορούσε να απορροφήσει αυτή τη ζήτηση, να στηρίξει τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών και να συμβάλει στη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών επενδύσεων σε τομείς όπου υπάρχει μεγάλη ανάγκη.

Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν ότι μια διευρυμένη κοινή έκδοση, υπό την προϋπόθεση ότι θα στηρίζεται σε μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική σύνεση, μια καλά δομημένη στρατηγική και σαφή επικοινωνία, θα μπορούσε να απορροφηθεί εύκολα από τους συμμετέχοντες στις αγορές.

Είμαι βέβαιος ότι η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει τη σημερινή πολιτική δυναμική σε συγκεκριμένη δράση. Η στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η επακόλουθη ενεργειακή κρίση, ανεξαρτήτως της τελικής τους έκβασης, έχουν φέρει την Ευρώπη —έναν μεγάλο καθαρό εισαγωγέα ενέργειας— για ακόμη μία φορά σε πολύ δύσκολη θέση, λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Υπάρχουν δύο βασικές σχετικές παρατηρήσεις. Πρώτον, μέσα σε λίγους μήνες υπήρξαν περισσότερα από ένα «καμπανάκια» προς τους ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι οι θεσμικές αλλαγές είναι επιτακτικές. Δεύτερον, η προκύπτουσα πολιτική δυναμική είναι κρίσιμης σημασίας. Η μετατροπή της σε συγκεκριμένες αποφάσεις, ωστόσο, θα απαιτήσει προσεκτική προετοιμασία, συντονισμένες ενέργειες και διαρκή συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών.

Δεδομένης της γεωπολιτικής κατάστασης, υπάρχει σαφής ευκαιρία επιτάχυνσης της προόδου. Με την ιεράρχηση των πιο κρίσιμων πολιτικών βημάτων και τη διασφάλιση ότι η πολιτική δυναμική διατηρείται διαχρονικά, αυτή η θετική πορεία μπορεί να μεταφραστεί σε απτά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια.

Πόσο σημαντική είναι η ανάγκη μετατροπής της δυναμικής σε δράσεις; Πιστεύω ότι υπάρχει ευρεία συμφωνία στην Ευρώπη ότι το μέλλον μας εξαρτάται από μια σημαντική αλλαγή στη στρατηγική κατεύθυνση της ηπείρου μας. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι η αποφασιστικότητα για συλλογική δράση και η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και πολιτικών που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης».