Μεγάλη αναστάτωση στις επιχειρήσεις που προχωρούσαν επενδυτικά σχέδια και βρίσκονταν σε συζητήσεις με τις τράπεζες για να ενταχθούν στα προγράμματα χρηματοδοτήσεων με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), έχει φέρει η πρόωρη λήξη του Ταμείου. Όπως αναφέρουν τραπεζικές πηγές στο powergame.gr, δάνεια ύψους 1,5 – 2 δισ. ευρώ, που επρόκειτο να υλοποιηθούν, βρίσκονται πλέον στον «αέρα», και δεδομένης της αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, μπορεί και να ματαιωθούν.
Με επιστολή που έστειλε τη Δευτέρα 16 Μαρτίου στους επικεφαλής των τραπεζών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα των χαμηλότοκων επιχειρηματικών δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης, τούς ενημέρωσε ότι η καταληκτική ημερομηνία για τις συμβασιοποιήσεις δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης μετατίθεται στις 29 Μαΐου, αντί για τις 31 Αυγούστου αρχικά. Η νέα προθεσμία συμφωνήθηκε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης έχει κινητοποιήσει μέχρι σήμερα ιδιωτικές επενδύσεις ύψους 21,58 δισ. ευρώ, ενισχύοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα, με σημαντική συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η ανατροπή με την επιτάχυνση της εκπνοής του ΤΑΑ κατά τρεις μήνες έχει δημιουργήσει απορίες σε τράπεζες και επιχειρήσεις για τον λόγο που ένα επιτυχημένο πρόγραμμα, με διαπιστωμένη συμβολή στην ανάπτυξη της Οικονομίας, με αδιάθετους ακόμη πόρους και αυξημένη ζήτηση, τερματίζεται πρόωρα. Με τη νέα καταληκτική ημερομηνία για τις συμβασιοποιήσεις δανείων, μόνο πολύ ώριμα επενδυτικά σχέδια θα μπορέσουν να προχωρήσουν και να χρηματοδοτηθούν με πόρους ΤΑΑ, ενώ άλλα, αρκετά προχωρημένα, που είχαν σίγουρη τη σύναψη σύμβασης, τώρα δεν θα προλάβουν τις υπογραφές. Και αυτό διότι για την έγκριση του δανείου από τις τράπεζες απαιτείται χρόνος δύο-τριών εβδομάδων και κατόπιν ο έλεγχος από τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές διαρκεί για 2-2,5 μήνες, για να ακολουθήσει η κατάρτιση της σύμβασης και μετά η υπογραφή.
Στο πλαίσιο αυτό, μόνο επενδυτικά σχέδια που βρίσκονται χρονικά κοντά στη συμβασιοποίηση μπορούν να έχουν σίγουρη την ένταξη και τη φθηνή χρηματοδότησή τους μέσω του μηχανισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, η οποία καταλήγει σε ένα μέσο τελικό κόστος περίπου 2%. Τα επενδυτικά σχέδια που δεν θα προλάβουν να χρηματοδοτηθούν μέσω ΤΑΑ, εάν δεν αναβληθούν ή ματαιωθούν εξαιτίας της αβεβαιότητας από τις τρέχουσες πολεμικές εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους στην οικονομία, θα προχωρήσουν διμερώς με τις τράπεζες. Στην περίπτωση αποκλειστικά τραπεζικού δανεισμού, εκτιμάται ότι το μέσο τελικό κόστος για τις επιχειρήσεις θα διαμορφωθεί μιάμιση μονάδα υψηλότερα, στο 3,5%.
Οι συμβασιοποιήσεις μέχρι τέλος 2025
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2025 οι τράπεζες είχαν συμβασιοποιήσει έργα του Ταμείου Ανάκαμψης που ανέρχονταν σε 7,8 δισ. ευρώ. Πρόκειται για 542 συμβάσεις δανείων, εκ των οποίων πάνω από τις μισές αφορούσαν σε επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους. Οι υπογεγραμμένες συμβάσεις χρηματοδότησης αντιστοιχούσαν σε εκταμιεύσεις δανείων, ύψους 3,961 δισ. ευρώ, ποσό χαμηλότερο από τις συμβασιοποιήσεις, καθώς τα δάνεια εκταμιεύονται με την πρόοδο των επενδυτικών έργων. Όπως είχε γράψει, ειδικότερα, το powergame.gr, στις 31 Δεκεμβρίου 2025, η Τράπεζα Πειραιώς είχε υπογεγραμμένες συμβάσεις ύψους 2,049 δισ. ευρώ και ακολουθούσαν η Εθνική Τράπεζα με συμβασιοποιήσεις 1,949 δισ. ευρώ, η Eurobank με 1,919 δισ. ευρώ, η Alpha Bank με 1,467 δις. ευρώ, η Optima bank με 277 εκατ. ευρώ και η Crediabank με 137 εκατ. ευρώ. Συμβάσεις δανείων για επενδυτικά έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 1,397 δισ. ευρώ είχε υπογράψει επίσης η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (EIB) και 196 εκατ. ευρώ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (EBRD). Σημειώνεται ότι η EBRD βρίσκεται σε φάση αποεπένδυσης, καθώς θα αποσυρθεί από την ελληνική αγορά έως το 2027, έχοντας επενδύσει πάνω από 8 δισ. ευρώ σε περισσότερα από 120 έργα.
Με τον αρχικό υπολογισμό για τη λήξη του ΤΑΑ στις 31 Αυγούστου 2026, οι ελληνικές τράπεζες εκτιμούσαν ότι θα συμβασιοποιούσαν επιπλέον δάνεια, ύψους 3 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι οι εκταμιεύσεις των δανείων δεν δεσμεύονται από τον χρόνο των συμβασιοποιήσεων, καθώς θα συνεχιστούν και μετά τη λήξη του ΤΑΑ, έως και κατά δύο χρόνια.