Κεντρικό θέμα στην ατζέντα των συζητήσεων που θα έχει σήμερα στην Αθήνα με τις τράπεζες η επικεφαλής του SSM, Κλαούντια Μπουχ, θα είναι η διαφύλαξη της ποιότητας του ενεργητικού τους. Υπό το βάρος της γεωπολιτικής αναταραχής, του νέου ενεργειακού σοκ και των πληθωριστικών πιέσεων, η επικεφαλής του SSM θα επιστήσει στις τράπεζες την προσοχή στη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και την αποτροπή νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Ήδη η έξοδος του τεράστιου ποσού των κόκκινων δανείων, που προσεγγίζουν το 1/3 του ΑΕΠ, από την πραγματική οικονομία, συνιστά μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις μέχρι η χώρα μας να μπορεί να πει ότι έχει ανακάμψει πλήρως. Αυτό επισημαίνεται και στο τελευταίο (21 Μαρτίου) blog της ΕΚΤ, με τίτλο From Grexit to Grecovery: Greece’s path out of the woods – and what still needs to be done. Σε αυτό οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ επισημαίνουν ότι η Ελλάδα αντιπροσωπεύει μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις και ταυτόχρονα μία από τις πιο εντυπωσιακές ανακάμψεις στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Σήμερα η ελληνική οικονομία δείχνει αξιοσημείωτη δύναμη, αλλά το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα στην κρίση με βιώσιμο τρόπο. Και σε αυτό, ο ρόλος του τραπεζικού της συστήματος είναι κρίσιμος: έχει αποκατασταθεί πλήρως η ικανότητά του να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία;
Οι τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτούν πλέον και μικρές επιχειρήσεις
Όπως αναφέρουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει αξιοσημείωτη ανάκαμψη από την κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2010. Τότε επλήγησαν από ζημίες σε κρατικά ομόλογα, αύξηση των επισφαλών δανείων και απότομη πτώση των καταθέσεων. Αρκετά έχουν αλλάξει έκτοτε. Οι τράπεζες έχουν αυξήσει το κεφάλαιό τους και έχουν καταφέρει μια αποφασιστική εκκαθάριση των ισολογισμών τους, υποστηριζόμενες επίσης από την ενισχυμένη τραπεζική εποπτεία. Η δημιουργία του Ελληνικού Σχεδίου Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων “Ηρακλής” έπαιξε καθοριστικό ρόλο, βοηθώντας τις τράπεζες να τιτλοποιήσουν και να πουλήσουν περίπου 57 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το 2025. Καθώς οι μακροοικονομικές συνθήκες σταθεροποιήθηκαν και η εμπιστοσύνη επέστρεψε, οι τράπεζες επωφελήθηκαν από ισχυρότερη ρευστότητα, υψηλότερα κέρδη και καλύτερες κεφαλαιακές θέσεις. Συγχωνεύσεις -όπως αυτή της Παγκρήτιας Τράπεζας και της Attica Bank- έχουν επίσης συμβάλει στην αναμόρφωση του τραπεζικού τομέα.
Όλα τα παραπάνω έχουν οδηγήσει τις ελληνικές τράπεζες να είναι και πάλι σε θέση να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, γεγονός που υποστηρίζει τις επενδύσεις. Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά και τα στεγαστικά δάνεια ανακάμπτουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα κριτήρια τραπεζικού δανεισμού για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις -που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας- έχουν χαλαρώσει περισσότερο απ’ ό,τι για τις μεγάλες εταιρείες, σύμφωνα με την Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. Εμπειρικά στοιχεία που βασίζονται σε δεδομένα της AnaCredit -το μητρώο πιστώσεων της ζώνης του ευρώ- δείχνουν ότι έως το 2024 η πρόσβαση σε πίστωση για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις είχε βελτιωθεί σε σύγκριση με το 2019. Στην πραγματικότητα, ενώ οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούσαν να λαμβάνουν λιγότερη πίστωση σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρήσεις το 2019, αυτή η «ποινή» για το ότι ήταν πολύ μικρές εξαλείφθηκε το 2024. Βεβαίως, οι πολύ μικρές και οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα -όπως και οι ομόλογές τους αλλού- εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, λόγω υψηλότερων αντιλήψεων κινδύνου, περιορισμένων εξασφαλίσεων και υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Όπως συμπληρώνουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, ακόμα πιο ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι αυτή η πρόοδος κάλυψε ένα ευρύ φάσμα επιχειρήσεων, σηματοδοτώντας μια πιο περιεκτική ανάκαμψη. Όπως σημειώνουν, η ευρύτερη οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου, τροφοδότησε τη ζήτηση για πίστωση από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και την προθυμία των τραπεζών να δανείσουν σε αυτές τις επιχειρήσεις. Εκτός από τους ισχυρότερους ισολογισμούς των τραπεζών, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στήριξε περαιτέρω την πιστωτική ανάπτυξη και για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Το ιδιωτικό χρέος παραμένει πρόβλημα
Οι ελληνικές τράπεζες, όπως αναφέρουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, έχουν σημειώσει απτή πρόοδο στην ενίσχυση των ισολογισμών τους. Ωστόσο, μια συνέπεια είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους της χώρας βρίσκεται πλέον εκτός του τραπεζικού συστήματος. Μέχρι το τέλος του 2024, τα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν μεταφερθεί σε ξένα κεφάλαια στο πλαίσιο του «Ηρακλή» και τα διαχειρίζονταν εταιρείες εξυπηρέτησης πιστώσεων. Τα εμπλεκόμενα περιουσιακά στοιχεία ισοδυναμούν με περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ της Ελλάδας. Η αντιμετώπιση αυτού του τεράστιου όγκου προβληματικών δανείων παραμένει μία από τις πιο δύσκολες προκλήσεις.
Για να αντιμετωπίσει αυτό το βάρος που έχει κληροδοτηθεί, η Ελλάδα εισήγαγε ένα νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας και ένα σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Ωστόσο, η πρόοδος ήταν πιο αργή από την αναμενόμενη. Τα διαρθρωτικά και θεσμικά εμπόδια εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο. Τα κενά στο σύστημα πλειστηριασμών και οι εκκρεμότητες των δικαστηρίων καθιστούν την εκτέλεση και την αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους μια μακρά διαδικασία. Οι servicers ενδέχεται επίσης να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τους οφειλέτες λόγω ελλιπών πληροφοριών. Ως αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις με ανεπίλυτο χρέος παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένες από τραπεζικό δανεισμό, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη.
Η αντιμετώπιση αυτών των σημείων συμφόρησης, όπως λένε οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, είναι ζωτικής σημασίας εάν η Ελλάδα θέλει να απελευθερώσει πλήρως τις δυνατότητες του χρηματοπιστωτικού της τομέα και να υποστηρίξει ισχυρότερη, πιο βιώσιμη ανάπτυξη. Η εμπειρία από άλλες χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση δείχνει ότι όταν μεγάλοι όγκοι επισφαλών δανείων μετακινούνται εκτός του τραπεζικού τους συστήματος, η επίλυσή τους αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο έργο, χωρίς γρήγορη λύση. Επιπλέον, ενώ ο «Ηρακλής» έχει συμβάλει καθοριστικά στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι κρατικές εγγυήσεις γι’ αυτές τις τιτλοποιήσεις δημιουργούν μια ενδεχόμενη υποχρέωση για τα δημόσια οικονομικά. Σε περίπτωση που η ανάκτηση ενός σημαντικού μέρους αυτών των δανείων δεν αποδώσει τα αναμενόμενα, το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να είναι σημαντικό, ενδεχομένως να αυξήσει την πίεση στη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας.