Κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο 1,9% το 2026 (σ.σ. 2,1% προηγούμενη εκτίμηση) εξαιτίας της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή, προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως ανέφερε στην 93η ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων, ο Διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας. Όπως επεσήμανε, η ελληνική οικονομία θα εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη για την οποία εκτίμησε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα μειωθεί στο 0,9% από 1,4% το 2025, με ορατό όπως είπε ο κ. Στουρνάρας, τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού.
Ο Διοικητής της ΤτΕ είπε ότι η ελληνική οικονομία και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπήκαν στην νέα γεωπολιτική κρίση με ισχυρή θέση, με τα δημοσιονομικά μεγέθη, τα υψηλά διαθέσιμα, την υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα των τραπεζών και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, να αποτελούν παράγοντες ανθεκτικότητας. Σημειώνοντας την “επιτακτικά αναγκαία συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής” με μέτρα προσωρινά και στοχευμένα στις ανάγκες που δημιουργεί η κρίση, την κρισιμότητα της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας και την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, ο κ. Στουρνάρας τόνισε την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας. “Η πολιτική σταθερότητας είναι καθοριστικός παράγοντας για την ανθεκτικότητα της οικονομίας, μαζί με ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον και την υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που αποτελούν προϋπόθεση για την ευημερία του κόσμου και έxoυν μετρήσιμα αποτελέσματα”, είπε ο Διοικητής της ΤτΕ.
Αναφορικά με τις προβλέψεις για τα υπόλοιπα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα ανακοπεί και αυτός αναμένεται στο 3,1%, υψηλότερος του μέσου όρου της ευρωζώνης, με τον πυρήνα του πληθωρισμού να συνεχίζει, πάντως, την αποκλιμάκωσή του, στο 3%.
Ο κ. Στουρνάρας προέβλεψε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,4% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας για ακόμη μια χρονιά τους δημοσιονομικούς στόχους. Παράλληλα, το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα αναμένεται να παραμείνει πλεονασματικό, καθιστώντας την Ελλάδα μια από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες με πλεονασματικό προϋπολογισμό σε όρους γενικής κυβέρνησης, για δεύτερο συνεχόμενο έτος. Όπως είπε, οι επιδόσεις αυτές αποτελούν σαφή ένδειξη υπεύθυνης άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής και ενισχύουν περαιτέρω την αξιοπιστία της χώρας. Όπως είπε ο κ. Στουρνάρας, τα δημοσιονομικά μεγέθη προβλέπεται να παραμείνουν σε υγιή επίπεδα και το 2026, με διατήρηση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος (περίπου 3,2% του ΑΕΠ) και οριακά πλεονασματικό συνολικό αποτέλεσμα, ενώ η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχιστεί.
Για το δημόσιο χρέος, ο κ. Στουρνάρας εκτίμησε ότι το 2025 το χρέος μειώθηκε κατά περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σχέση με το 2024, στο 146% – το χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Όπως είπε, τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά και η ενεργητική διαχείριση του δημόσιου χρέους τα τελευταία χρόνια – συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών – έχουν ενισχύσει τη βιωσιμότητά του και, σε συνδυασμό με τα υψηλά ταμειακά αποθέματα, περιορίζουν την έκθεσή του σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των αγορών.
Για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η ΤτΕ εκτιμά ότι δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026, καθώς θα επηρεαστεί από αντίρροπες δυνάμεις στο εξωτερικό περιβάλλον. Από τη μια πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται να στηρίξουν τη συνολική εξωτερική θέση της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.
Όπως είπε ο κ. Στουρνάρας, οι προοπτικές του εξωτερικού ισοζυγίου εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, καθώς και από την επίδρασή τους στην παγκόσμια ζήτηση, στον τουρισμό και στις διεθνείς τιμές της ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, όπως είπε, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει η βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία και το 2026.
Αναφερόμενος στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ καθώς σωρεύονται οι αβεβαιότητες στο διεθνές περιβάλλον, ο κ. Στουρνάρας άφησε ανοιχτό παράθυρο για μειώσεις επιτοκίων, λέγοντας ότι η ΕΚΤ αναμένεται να συνεχίσει να ασκεί τη νομισματική πολιτική της με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και την αξιολόγηση των εξελίξεων σε κάθε συνεδρίαση, παραμένοντας έτοιμη, εφόσον κριθεί σκόπιμο, να προσαρμόσει τη στάση της ανά πάσα στιγμή.