Σε αναβάθμιση της Eurobank προχώρησε η DBRS Morningstar, σε μία ακόμη επιβεβαίωση της βελτίωσης της θέσης της τράπεζας τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στο διεθνές τραπεζικό σύστημα. Ο οίκος ανακοίνωσε ότι αναβαθμίζει τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση εκδότη της Eurobank σε BBB (high) από BBB, ενώ ταυτόχρονα αναβάθμισε και τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση σε R-1 (low) από R-2 (high). Αντίστοιχα, υψηλότερα τοποθετήθηκαν και οι αξιολογήσεις των καταθέσεων, ενώ στο μειωμένης εξασφάλισης χρέος αποδόθηκε αξιολόγηση BBB (low) με σταθερές προοπτικές.
Παράλληλα, η DBRS αναθεώρησε την τάση (trend) της μακροπρόθεσμης αξιολόγησης σε «σταθερή» από «θετική», κρίνοντας ότι στο σημερινό επίπεδο αξιολόγησης οι προοπτικές και οι κίνδυνοι είναι πλέον ισορροπημένοι. Την ίδια ώρα, η εσωτερική αξιολόγηση της τράπεζας (Intrinsic Assessment) ενισχύθηκε σε BBB (high) από BBB, ενώ η αξιολόγηση στήριξης παρέμεινε στο SA3, κάτι που σημαίνει ότι ο οίκος δεν θεωρεί πιθανή μια έγκαιρη συστημική κρατική παρέμβαση σε περίπτωση ανάγκης.
Στην αιτιολόγηση της απόφασης, η DBRS δίνει ιδιαίτερο βάρος στη συνέπεια με την οποία η Eurobank υλοποιεί το στρατηγικό της σχέδιο ανάπτυξης, αλλά και στην ανθεκτικότητα των οικονομικών της επιδόσεων σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Ο οίκος επισημαίνει ότι η τράπεζα συνεχίζει να επωφελείται από την επέκτασή της εκτός Ελλάδας, γεγονός που μειώνει την εξάρτησή της από την εγχώρια αγορά και ενισχύει τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων.
Καθοριστικό ρόλο στην αναβάθμιση παίζει η ενσωμάτωση της Ελληνικής Τράπεζας και της CNP Cyprus Insurance Holdings στην Κύπρο. Σύμφωνα με τη DBRS, οι κινήσεις αυτές διευρύνουν σημαντικά την παρουσία της Eurobank σε μια αγορά με υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση από την Ελλάδα και δημιουργούν νέες δυνατότητες διασταυρούμενων πωλήσεων σε τραπεζικά, επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα. Επιπλέον, η αναμενόμενη πλήρης εξαγορά της δραστηριότητας ζωής της Eurolife στην Ελλάδα, η οποία τελεί υπό τις απαραίτητες εγκρίσεις και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της τράπεζας στον ασφαλιστικό τομέα και στο bancassurance.
Η DBRS στέκεται ιδιαίτερα και στη χρηματοοικονομική εικόνα της Eurobank. Παρά το περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων, την αύξηση του κόστους προσωπικού και τεχνολογικών επενδύσεων, αλλά και τους γεωπολιτικούς κινδύνους, η τράπεζα εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρή κερδοφορία. Το 2025 η Eurobank κατέγραψε καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους ύψους 1,4 δισ. ευρώ, σημειώνοντας υποχώρηση 6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε περίπου στο 12%, επίπεδο που η DBRS εξακολουθεί να θεωρεί ισχυρό για τα ευρωπαϊκά τραπεζικά δεδομένα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι περισσότερο από το ήμισυ των προσαρμοσμένων καθαρών κερδών της Eurobank το 2025 προήλθε από διεθνείς δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, το 52,5% των κερδών προήλθε από το εξωτερικό, στοιχείο που καταδεικνύει τη σταδιακή μετατροπή του ομίλου σε πιο πολυδιάστατο περιφερειακό τραπεζικό παίκτη. Ο οίκος εκτιμά ότι η περαιτέρω ενίσχυση των διεθνών δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη στον τομέα wealth management και ασφαλειών, θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στις πιέσεις από πιθανή αποκλιμάκωση των επιτοκιακών εσόδων.
Στο μέτωπο της ποιότητας ενεργητικού, η εικόνα της Eurobank συνεχίζει να βελτιώνεται. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα μειώθηκαν στα περίπου 1,4 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, καταγράφοντας πτώση 7% σε ετήσια βάση. Ο δείκτης NPE διαμορφώθηκε στο 2,6%, από 2,9% ένα χρόνο πριν, γεγονός που αποδίδεται τόσο στη μείωση των παλαιών προβληματικών δανείων όσο και στη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι μετά τις προβλέψεις, τα καθαρά προβληματικά ανοίγματα περιορίζονται μόλις σε περίπου 100 εκατ. ευρώ, ενώ η κάλυψη από προβλέψεις παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, κοντά στο 95%.
Η DBRS αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες πηγές αβεβαιότητας, όπως οι πιθανές επιπτώσεις από τις δικαστικές εξελίξεις γύρω από τα δάνεια του νόμου Κατσέλη ή από δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Ωστόσο, σημειώνει ότι η έκθεση της Eurobank στους συγκεκριμένους κινδύνους είναι σχετικά περιορισμένη και ότι η τράπεζα διαθέτει επαρκή αποθέματα προβλέψεων και ευελιξία στη διαχείριση του κινδύνου.
Θετική είναι και η αποτίμηση της χρηματοδοτικής βάσης της τράπεζας. Οι καταθέσεις πελατών αυξήθηκαν κατά 5% το 2025 και συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα χρηματοδότησης, καλύπτοντας περίπου το 88% της συνολικής χρηματοδότησης του ομίλου. Η DBRS επισημαίνει ότι η καταθετική βάση της Eurobank είναι ισχυρή, σταθερή και με μεγάλη διασπορά, καθώς στηρίζεται κυρίως σε καταθέσεις ιδιωτών και μικρών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η Eurobank έχει ενισχύσει την παρουσία της στις αγορές κεφαλαίου. Τα ομολογιακά εργαλεία αντιστοιχούσαν περίπου στο 8% της συνολικής χρηματοδότησης στο τέλος του 2025, ενώ η τράπεζα διατηρούσε υψηλής ποιότητας ρευστά διαθέσιμα περίπου 24 δισ. ευρώ. Ο δείκτης καθαρών δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε στο συντηρητικό 66%, ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας παρέμεινε στο πολύ ισχυρό 172%. Ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης βρέθηκε κοντά στο 155%, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα της ρευστότητας.
Στο πεδίο της κεφαλαιακής επάρκειας, η DBRS αναγνωρίζει ότι η Eurobank έχει διατηρήσει ισχυρά κεφαλαιακά «μαξιλάρια», παρά την αύξηση των μερισμάτων, την πιστωτική ανάπτυξη και τις εξαγορές. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15,2% στο τέλος του 2025, ελαφρώς χαμηλότερα από το 15,4% του προηγούμενου έτους, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίων ενισχύθηκε στο 19,5% από 18,2%, κυρίως χάρη στην έκδοση πρόσθετων κεφαλαιακών τίτλων ύψους 1,1 δισ. ευρώ.
Η τράπεζα σχεδιάζει, υπό την προϋπόθεση των εποπτικών εγκρίσεων, διανομή περίπου 717 εκατ. ευρώ από τα κέρδη του 2025, ποσό αυξημένο κατά 6% σε σχέση με πέρυσι, το οποίο περιλαμβάνει και επαναγορά ιδίων μετοχών. Το συνολικό payout ratio φθάνει έτσι περίπου στο 55%, από 50% το προηγούμενο έτος. Παρά τη γενναιόδωρη πολιτική επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους, η DBRS κρίνει ότι τα κεφαλαιακά αποθέματα παραμένουν άνετα, με σημαντικά περιθώρια πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη σταδιακή μείωση της εξάρτησης από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Οι DTCs αντιστοιχούσαν στο 32% των βασικών κεφαλαίων CET1 στο τέλος του 2025, έναντι 36% ένα χρόνο πριν. Η αποκλιμάκωση αυτή θεωρείται θετική για την ποιότητα των κεφαλαίων της τράπεζας και αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για ενδεχόμενες μελλοντικές αναβαθμίσεις.
Όσον αφορά τις προοπτικές, η DBRS ξεκαθαρίζει ότι μια νέα αναβάθμιση θα απαιτούσε τόσο βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας όσο και ομαλή ολοκλήρωση των εξαγορών, περαιτέρω μείωση της συμμετοχής των DTCs στα κεφάλαια και διατήρηση των ισχυρών λειτουργικών επιδόσεων. Από την άλλη πλευρά, μια επιδείνωση της αξιολόγησης του ελληνικού Δημοσίου, προβλήματα στην ενσωμάτωση των νέων δραστηριοτήτων ή ουσιαστική επιδείνωση στην ποιότητα ενεργητικού και στην κερδοφορία θα μπορούσαν να ασκήσουν πιέσεις στην αξιολόγηση.