Εμπόριο, μεταποίηση και κλάδος καταλυμάτων και εστίασης έχουν απορροφήσει δάνεια 8,6 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 74% των δανείων που έχει χορηγήσει η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Το εμπόριο είναι μακράν ο κλάδος όπου διοχετεύθηκαν τα περισσότερα δάνεια (39,6%), η μεταποίηση ακολουθεί με ποσοστό 22,8% και έπεται ο τουριστικός κλάδος με 12,2%. Οι υπόλοιποι κλάδοι της οικονομίας έχουν προσελκύσει μικρότερα, μονοψήφια μερίδια από τα δάνεια της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με τον κλάδο των κατασκευών να προηγείται με μερίδιο 5,1% και να ακολουθούν: μεταφορές με 4,5%, διοικητικές υπηρεσίες με 2,9%, επαγγελματικές υπηρεσίες με 2,7%, υγεία με 2,1%, πρωτογενής τομέας με 2%, επικοινωνία και πληροφορική με 1,7%, ενέργεια με 1,1%, ακίνητη περιουσία με 1%, εκπαίδευση με 0,5%, παροχή νερού – διαχείριση αποβλήτων με 0,5%, ψυχαγωγία με 0,4%, λοιπές υπηρεσίες 0,4%, ορυχεία – λατομεία 0,1% και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες 0,1%.
Μετά την πανδημία το 2020, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα μετασχηματίστηκε από εργαλείο έκτακτης ανάγκης σε μόνιμο αναπτυξιακό μηχανισμό (μάλιστα, το 2020 καταγράφηκε η ισχυρότερη ετήσια επίδραση της ΕΑΤ, με τα εργαλεία αντιμετώπισης της πανδημίας). Στο πλαίσιο αυτό, η δραστηριότητα της ΕΑΤ συνεισέφερε σημαντικά στην πιστωτική ανάκαμψη της περιόδου 2020-2025, ιδίως σε κλάδους με υψηλή ανάμειξή της, όπως το εμπόριο, όπου το μερίδιό της στις συνολικές εκταμιεύσεις δανείων προς επιχειρήσεις έφτασε το 38%. Κατά μέσο όρο, σε κάθε 100 ευρώ νέων πιστώσεων την περίοδο 2020-2025, τα 21 ευρώ δόθηκαν με ανάμειξη της ΕΑΤ.
Δάνεια 12,99 δισ. ευρώ πήγαν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Η χρησιμότητα των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΑΤ βρίσκεται στον πολλαπλασιασμό και στην ανακύκλωση των πόρων. Σε αντίθεση με τις επιχορηγήσεις, οι πόροι δεν δαπανώνται εφάπαξ: μοχλεύονται με κεφάλαια των τραπεζών και, καθώς τα δάνεια αποπληρώνονται και οι εγγυήσεις αποδεσμεύονται, οι επιστροφές από προηγούμενα εργαλεία ανακυκλώνονται σε νέα προγράμματα για τις επιχειρήσεις.
Από το 2019 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2026, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα έχει εγκρίνει χρηματοδοτήσεις 15,57 δισ. προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσω 89.214 δανείων. Εξ αυτών, 61.596 δάνεια, ύψους 12,99 δισ. ευρώ, έχουν χορηγηθεί σε 46.025 επιχειρήσεις, εκ των οποίων το 77% έχει κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. και το 72% απασχολεί έως 10 εργαζόμενους.
Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, σωρευτικά, την περίοδο 2019-2025, τα προγράμματα της ΕΑΤ και οι συνολικές επενδύσεις των ωφελούμενων επιχειρήσεων συνέβαλαν 12,5 δισ. στο ΑΕΠ (άμεση, έμμεση και προκαλούμενη επίδραση), δημιούργησαν 383.600 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης, εισόδημα εργαζομένων 7,3 δισ. και απέφεραν στα κρατικά ταμεία 5 δισ. ευρώ δημόσια έσοδα. Η επίδραση αυτή προέρχεται κυρίως από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, καθώς το 78% των δανείων της ΕΑΤ κατευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μάλιστα, το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ και το 60% της επίδρασης στην απασχόληση προέρχονται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Το 1/3 της επίδρασης στην απασχόληση προέρχεται αποκλειστικά από πολύ μικρές επιχειρήσεις, με κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ.
Όπως αναφέρει η έρευνα του ΙΟΒΕ, η σωρευτική επίδραση στην ελληνική οικονομία των προγραμμάτων της ΕΑΤ προς επιχειρήσεις, με συνολική αξία δανείων 11,5 δισ., εκτείνεται σε τρία πεδία: οικονομία, πράσινη μετάβαση και αγορά πιστώσεων. Για κάθε 1 ευρώ πόρων που δεσμεύονται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ, παράγονται 3,58 ευρώ ΑΕΠ. Στο ίδιο 1 ευρώ αντιστοιχούν 2,10 ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 1,43 ευρώ δημόσια έσοδα, ενώ σε κάθε 1 εκατ. ευρώ δεσμευμένων πόρων αντιστοιχούν 110 ετήσιες θέσεις εργασίας.
Γεωγραφικά, το 61% της επίδρασης στο ΑΕΠ προέρχεται από ωφελούμενους στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις ήταν υψηλότερες σε περιοχές όπως το Νότιο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και η Κρήτη.
