Η σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ενδέχεται να περιορίσει την ανάγκη για νέα άνοδο επιτοκίων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωσε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, Πρίμοζ Ντόλεντς.
«Έχουμε δει αρκετά μεγάλη ανατιμολόγηση στις αγορές», δήλωσε ο Ντόλεντς στο Bloomberg Television από την Μπανγκόκ, όπου παρίσταται στις ετήσιες συνεδριάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. «Αν υπάρξει σύσφιγξη στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ίσως να μη χρειαστεί να κάνουμε τόσα όσα θα κάναμε διαφορετικά».
Μετά από δύο αυξήσεις επιτοκίων, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συζητούν σε πόσες αυξήσεις επιτοκίων ακόμη θα χρειαστούν, ώστε ο πληθωρισμός που πλησιάζει το 4%, να επιστρέψει στον στόχο 2% της ΕΚΤ. Οι πληθωριστικές πιέσεις αποδείχθηκαν ισχυρότερες του αναμενόμενου τον Σεπτέμβριο, ενώ η οικονομία εμφανίστηκε ανθεκτικότερη απ’ ό,τι είχε εκτιμηθεί.
Οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε μία τελευταία αύξηση τον Δεκέμβριο, η οποία θα ανεβάσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,75% — επίπεδο που, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, αρχίζει να περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα.
Ερωτηθείς για αυτό το ενδεχόμενο, ο Ντόλεντς δήλωσε ότι η ΕΚΤ «πλησιάζει στην περιοχή των περιοριστικών επιτοκίων — πιθανότατα δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί, αλλά βρισκόμαστε στα όρια».
Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και κεντρικού τραπεζίτες του Βελγίου και της Λιθουανίας αντίστοιχα Πιερ Βουνς και Γκεντιμίνας Σίμκους, στάθηκαν στα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό, υποστηρίζοντας σε ξεχωριστές συνεντεύξεις τους στο Bloomberg ότι πιθανότατα θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιγξη.
Ο Σίμκους δήλωσε ότι η απόφαση της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο θα βασιστεί σε περισσότερα νέα στοιχεία, χωρίς να αποκλείσει παρέμβαση ακόμη και αυτόν τον μήνα.
Σε ξεχωριστή συνέντευξή του, ο Πορτογάλος ομόλογός του, Άλβαρο Σάντος Περέιρα, δήλωσε ότι «τα καλά νέα είναι πως μέχρι στιγμής ο πληθωρισμός δεν διαχέεται στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι δεν έχει «καμία αμφιβολία» πως η ΕΚΤ θα πετύχει τον στόχο της για τις τιμές.
Κάθε απόφαση θα περιπλακεί από τις ανησυχίες των επενδυτών για τη δημοσιονομική κατάσταση στη Γαλλία και σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης με υψηλό χρέος. Η Γαλλία βρέθηκε στο επίκεντρο πρόσφατων ρευστοποιήσεων στην αγορά ομολόγων, οι οποίες οδήγησαν την απόδοση του 10ετούς ομολόγου της σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν σχεδόν 25 χρόνια.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, υποστήριξε ότι η άνοδος του κόστους δανεισμού ασκεί πιέσεις στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες και ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση — αλλά και τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, οικονομολόγοι και επενδυτές αναρωτιούνται πόσο θα πρέπει να επιδεινωθεί η κατάσταση στις αγορές προτού η ΕΚΤ αποφασίσει να παρέμβει.
«Έχουμε στη διάθεσή μας διαφορετικά εργαλεία νομισματικής πολιτικής, ακόμη και το TPI», δήλωσε ο Ντόλεντς, αναφερόμενος στο Μέσο Προστασίας Μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. «Θα χρησιμοποιηθούν αν χρειαστεί και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις. Είναι πραγματικά δύσκολο να κάνουμε τώρα εικασίες για το πότε, πώς και γιατί θα χρησιμοποιηθούν τα διάφορα εργαλεία».
Σύμφωνος εμφανίστηκε και ο Μάρτιν Κόχερ, επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας.
«Θα ήταν κακό να δεσμευτούμε εκ των προτέρων», δήλωσε. «Η ΕΚΤ διαθέτει εργαλειοθήκη με αρκετά μέσα και νομίζω ότι δεν βρισκόμαστε στο σημείο όπου χρειάζεται να συζητήσουμε κάποιο από αυτά. Ωστόσο, είναι διαθέσιμα αν χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν».
Ο Κόχερ σημείωσε επίσης ότι η ποσοτική σύσφιγξη, την οποία ορισμένοι παρατηρητές της ΕΚΤ έχουν προτείνει να ανασταλεί ώστε να αφαιρεθεί μία πηγή πίεσης από τις αγορές, «γίνεται στην πραγματικότητα σταδιακά».
«Είναι παθητική και πολύ προβλέψιμη», δήλωσε. «Θα μπορούσαν να υπάρξουν εξελίξεις στις αγορές, στις τιμές και στις αποδόσεις των ομολόγων, που να απαιτήσουν προσαρμογή αυτής της πολιτικής; Δεν το γνωρίζουμε».
Η Λαγκάρντ έχει υποστηρίξει ότι είναι δουλειά της της κυβέρνησης του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να εργαστεί για τη μείωση του ελλείμματος, το οποίο πλησιάζει το 6%, σε διπλάσια δηλαδή επίπεδα του ανώτατου ορίου που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες. Ωστόσο, ενημέρωσε πρόσφατα ομάδα υπουργών Οικονομικών ότι η ΕΚΤ διαθέτει τα εργαλεία για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, αν χρειαστεί.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού για τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης, της Αμερικής και άλλων περιοχών αποτελεί βασικό θέμα στις συνεδριάσεις διεθνών οικονομικών αξιωματούχων στην Μπανγκόκ.
Την περασμένη εβδομάδα, η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, είχε καλέσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να λάβουν επειγόντως μέτρα για τη μείωση του υψηλού χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
