Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, το βάρος της οποίας επωμίζεται συνήθως η ίδια η οικογένεια. Τι συμβαίνει, όμως, όταν οι άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια αυξάνονται, ενώ οι συγγενείς που μπορούν να την προσφέρουν λιγοστεύουν; Αυτό ακριβώς το αδιέξοδο αναδεικνύει πρόσφατη μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (JRC), αποτυπώνοντας τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται τα συστήματα μακροχρόνιας φροντίδας στην Ευρώπη. Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται η Ελλάδα και η Πορτογαλία, δύο χώρες όπου η στήριξη των ηλικιωμένων εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους συγγενείς τους, με την κρατική παρέμβαση να παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της μελέτης, οι Ευρωπαίοι ηλικίας 50 ετών και άνω που θα χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα στο σπίτι αναμένεται να αυξηθούν σε 54,8 εκατ. το 2075, ενώ ο αριθμός όσων θα εξαρτώνται αποκλειστικά από επαγγελματικές υπηρεσίες προβλέπεται να ενισχυθεί κατά 74%. Οι μεταβολές αυτές συντελούνται σε μια περίοδο κατά την οποία η γήρανση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα και η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, περιορίζουν τη δυνατότητα των συγγενών να αναλάβουν μόνοι τους τη φροντίδα των ευάλωτων μελών. Στο πλαίσιο αυτό, και η Σμαρώ Μανιάτη, ιδρύτρια της Athens Home Services, εταιρείας που εξειδικεύεται στην εύρεση και επιλογή οικιακού προσωπικού, επιβεβαιώνει ότι πλέον η ζήτηση για υπηρεσίες φροντίδας ηλικιωμένων είναι εξαιρετικά υψηλή, ωστόσο η εύρεση κατάλληλου προσωπικού γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Ελλάδα και Πορτογαλία: Το βάρος παραμένει στην οικογένεια
Η μελέτη για τη ζήτηση μακροχρόνιας φροντίδας στο σπίτι έως το 2075, εξετάζει τα συστήματα μακροχρόνιας φροντίδας των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από τέσσερις διαφορετικές διεθνείς τυπολογίες, οι οποίες ουσιαστικά αξιολογούν τον ρόλο που διαδραματίζουν το κράτος, η οικογένεια και οι επαγγελματικές υπηρεσίες στην μακροχρόνια φροντίδα.
Παρά τις διαφορές στη μεθοδολογία τους και οι τέσσερεις τυπολογίες καταλήγουν στο ότι η φροντίδα των ηλικιωμένων στην Ελλάδα αποτελεί πρωτίστως οικογενειακή υπόθεση. Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τις δύο πρώτες διεθνείς τυπολογίες, η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με έντονα οικογενειοκεντρικό μοντέλο μακροχρόνιας φροντίδας, μαζί με άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η μεγάλη εξάρτηση από την άτυπη οικογενειακή μέριμνα, η περιορισμένη διαθεσιμότητα επαγγελματικών υπηρεσιών και η ανεπαρκής κρατική υποστήριξη.
Αντίστοιχα, και η τρίτη τυπολογία εντάσσει την Ελλάδα στις χώρες με περιορισμένη κρατική παρέμβαση, όπου οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα δεν υπερβαίνουν το 0,6% του ΑΕΠ, έναντι ποσοστών άνω του 3% σε χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία και η Σουηδία.
Παράλληλα, η πιο πρόσφατη ταξινόμηση του ΟΟΣΑ, του 2025, τοποθετεί την Ελλάδα, μαζί με την Τσεχία, την Κροατία, τη Λιθουανία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία, στην ομάδα με την χαμηλότερη οικονομική στήριξη, όπου η επαγγελματική φροντίδα καλύπτει πολύ μικρό ποσοστό φροντίδας, μόλις το 20% των ηλικιωμένων που την έχουν ανάγκη, ενώ η άτυπη φροντίδα ξεπερνά το 50%. Η κατηγοριοποίηση αυτή περιλαμβάνει τις χώρες όπου χαρακτηρίζονται από κατακερματισμένη διοίκηση, μεγάλη συμμετοχή ιδιωτικών παρόχων και περιορισμένη σύνδεση με τις υπόλοιπες υπηρεσίες υγείας. Επιπλέον, οι επιδόσεις τους ως προς την ποιότητα βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο, ενώ σε ορισμένες χώρες απουσιάζουν ολοκληρωμένοι μηχανισμοί διασφάλισής της.
Συνολικά, η έκθεση διαπιστώνει ότι όσο βορειότερα και δυτικότερα βρίσκεται μια ευρωπαϊκή χώρα, τόσο ισχυρότερη τείνει να είναι η κρατική παρέμβαση. Αντίθετα, στη Νότια και Ανατολική Ευρώπη η ευθύνη μεταφέρεται σε μεγαλύτερο βαθμό στην οικογένεια.
Ποιος χρειάζεται φροντίδα σήμερα
Η μελέτη αξιοποιεί ακόμη στοιχεία από την ευρωπαϊκή έρευνα SHARE, με συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν το 2021 και το 2022 σε περίπου 66.000 άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών, από 26 κράτη-μέλη της ΕΕ, με εξαίρεση την Ιρλανδία, ενώ ξεκαθαρίζει ότι ως ανάγκη μακροχρόνιας φροντίδας ορίζεται οποιαδήποτε δυσκολία σε τουλάχιστον μία βασική δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, όπως το μπάνιο, το ντύσιμο ή το φαγητό, ή σε μία σύνθετη, όπως η προετοιμασία γευμάτων, η λήψη φαρμάκων και η διαχείριση χρημάτων.
Μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα των συνεντεύξεων ήταν ότι η ανάγκη αυξάνεται απότομα με την ηλικία, κάτι που παρατηρείται ιδίως μετά τα 70, ενώ είναι σε κάθε ηλικία υψηλότερη για τις γυναίκες. Ειδικότερα, στις ηλικίες 50 έως 54 ετών δηλώνει περιορισμούς το 10,8% των γυναικών και το 7,6% των ανδρών, ενώ μετά τα 90 τα ποσοστά εκτοξεύονται στο 83% και το 71% αντίστοιχα. Συνολικά, το 22,2% των γυναικών άνω των 50 έχει ανάγκη φροντίδας, έναντι 15,2% των ανδρών.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά όσους δεν λαμβάνουν καμία φροντίδα. Το 39,1% των ατόμων με ανάγκες δεν λαμβάνει καμία φροντίδα στο σπίτι, το 31,7% στηρίζεται μόνο σε άτυπη φροντίδα από συγγενείς, φίλους ή γείτονες, το 17,8% συνδυάζει άτυπη και επαγγελματική και μόλις το 11,3% στηρίζεται αποκλειστικά σε επαγγελματική φροντίδα. Ακόμη, σημειώνεται ότι οι γυναίκες λαμβάνουν συχνότερα συνδυασμό και των δύο μορφών (20,0% έναντι 14,1% των ανδρών) και μόνο επαγγελματική φροντίδα (12,5% έναντι 9,3%).
Έως 54,8 εκατομμύρια Ευρωπαίοι θα χρειάζονται φροντίδα το 2075
Οι δημογραφικές προβλέψεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών προμηνύουν ότι το πρόβλημα ενδέχεται να επιδεινωθεί τις επόμενες δεκαετίες. Με την παραδοχή ότι τα σημερινά ποσοστά ανάγκης ανά ηλικία παραμένουν σταθερά, ο αριθμός των Ευρωπαίων άνω των 50 ετών που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα στο σπίτι θα αυξηθεί κατά 17,3 εκατ. έως το 2075. Έτσι, από τα 37,5 εκατ. του 2025 θα φτάσει τα 54,8 εκατ., ενώ το ποσοστό των ατόμων με ανάγκες φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού άνω των 50 ετών θα αυξηθεί κατά 25,6%. Εντυπωσιακή είναι και η μεταβολή στην ηλικιακή σύνθεση, καθώς ο πληθυσμός άνω των 90 ετών προβλέπεται να υπερτριπλασιαστεί, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του στο σύνολο των ανθρώπων που χρειάζονται φροντίδα να αυξηθεί από 10% σε 25%.
Ακόμη και στην περίπτωση που οι Ευρωπαίοι γεράσουν με καλύτερη υγεία, η αύξηση των αναγκών δεν μπορεί να αποφευχθεί. Αυτό που εξηγεί η μελέτη είναι ότι και στο πιο ευνοϊκό σενάριο, όπου όλα τα επιπλέον χρόνια ζωής περνούν χωρίς ανάγκη φροντίδας, το ποσοστό των ανθρώπων που θα χρειάζονται βοήθεια υπολογίζεται στο 22,3% το 2075, έναντι 25,6% στο βασικό σενάριο, μια διαφορά που αντιστοιχεί σε περίπου 7,1 εκατομμύρια λιγότερους ανθρώπους με ανάγκες φροντίδας. Ωστόσο, ο συνολικός αριθμός εξακολουθεί να αυξάνεται σε όλα τα σενάρια, καθώς οι γενιές που θα φτάσουν στις μεγαλύτερες ηλικίες τις επόμενες δεκαετίες βρίσκονται ήδη εν ζωή.
Λιγότερα παιδιά και περισσότερα μοναχικά νοικοκυριά
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για χώρες όπως η Ελλάδα, είναι ότι παράλληλα με την αύξηση της ζήτησης, περιορίζεται η διαθεσιμότητα των ανθρώπων που μπορούν να προσφέρουν φροντίδα μέσα στην οικογένεια, μια αντίθεση που συνδέεται με τη μείωση των γεννήσεων, τις αλλαγές στη σύνθεση των οικογενειών και την αύξηση των ανθρώπων που ζουν μόνοι τους. Συγκεκριμένα, το 2024 τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην ΕΕ ανέρχονταν σε 75 εκατ., από 202 εκατ. στο σύνολό τους, καταγράφοντας αύξηση 16,9% σε σχέση με το 2015, ενώ την ίδια περίοδο αυξήθηκε και ο αριθμός των ζευγαριών χωρίς παιδιά κατά 5,2%. Η παραπάνω εικόνα εντείνεται από τα στοιχεία του ευρωπαϊκού δικτύου Eurocerers, σύμφωνα με τα οποία περίπου το 80% της μακροχρόνιας φροντίδας προέρχεται από άτυπους φροντιστές και κυρίως γυναίκες.
Η ανάγκη για επαγγελματίες φροντίδας θα υπερδιπλασιαστεί
Από την μερία τους, οι ερευνητές εκτιμούν ότι εφόσον συνεχιστούν οι αλλαγές στη σύνθεση των νοικοκυριών, οι άνθρωποι που θα βασίζονται αποκλειστικά σε επαγγελματική φροντίδα θα ξεπεράσουν τα 8 εκατ. το 2075, έναντι περίπου 7 εκατ. που αποτελεί το βασικό σενάριο. Συνεπώς, ενδέχεται η ζήτηση για επαγγελματίες στο σπίτι να αυξηθεί ταχύτερα από τον αριθμό των ανθρώπων που χρειάζονται τις υπηρεσίες τους.
Με βάση το σημερινό επίπεδο παρεχόμενων υπηρεσιών και τη μετατροπή των ωρών φροντίδας σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, οι ανάγκες σε προσωπικό προβλέπεται να αυξηθούν κατά 109% έως το 2075, ενώ εάν συνυπολογιστεί η συρρίκνωση της οικογενειακής υποστήριξης, η αύξηση φτάνει το 123%. Όπως υπογραμμίζει η μελέτη, η ραγδαία αυτή αύξηση εμπίπτει στο γεγονός ότι οι άνθρωποι που φτάνουν σε πολύ προχωρημένη ηλικία χρειάζονται περισσότερες ώρες επαγγελματικής βοήθειας.
Ενδεικτικά και σύμφωνα με τα στοιχεία, όσοι βασίζονται αποκλειστικά σε επαγγελματίες λαμβάνουν κατά μέσο όρο, με βάση τη διάμεση τιμή, 71 ώρες φροντίδας ετησίως πριν από τα 60 τους χρόνια, 137 ώρες στις ηλικίες 60 έως 84 ετών και 192 ώρες μεταξύ 85 και 89 ετών. Μετά τα 90, οι ώρες αυξάνονται σε 288 ετησίως. Άρα, στις μεγαλύτερες ηλικίες, όσοι δεν έχουν οικογενειακή υποστήριξη λαμβάνουν σχεδόν 40% περισσότερες ώρες επαγγελματικής φροντίδας σε σχέση με όσους συνδυάζουν επαγγελματική και άτυπη βοήθεια.
Ακόμη ένα σύνθετο πρόβλημα που συναντάται είναι η εκτεταμένη αδήλωτη εργασία στον κλάδο. Μελέτη του 2022 για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Αρχής Εργασίας εκτιμά ότι έως και το 50% των οικιακών εργαζομένων ενδέχεται να απασχολείται χωρίς δήλωση. Την ίδια στιγμή, η Σύμβαση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την προστασία των οικιακών εργαζομένων έχει κυρωθεί από μόλις εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ. Έτσι δημιουργείται ένα τοπίο όπου η αύξηση των ανθρώπων που χρειάζονται βοήθεια δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, ενώ και η πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες αποτελεί ολοένα μεγαλύτερη πρόκληση.
Η τάση για επιστροφή στο σπίτι
Η πραγματικότητα αυτή είναι ήδη ορατή και στην ελληνική αγορά υπηρεσιών φροντίδας. Όπως αναφέρει η Σμαρώ Μανιάτη, ιδρύτρια της AHS, στο powergame.gr, «Υπάρχει τρομακτική ζήτηση για τη φροντίδα ηλικιωμένων και πολύ μεγάλο πρόβλημα στην εύρεση προσωπικού. Η διαδικασία αναζήτησης ανθρώπων για την παροχή φροντίδας είναι εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια κατηγορία ανθρώπων που έχει απόλυτη ανάγκη υποστήριξης».
Όπως εξηγεί, η αυξανόμενη ανάγκη για υπηρεσίες δεν αφορά αποκλειστικά τις δομές φιλοξενίας ηλικιωμένων, αλλά συνδέεται με μια ευρύτερη στροφή προς την κατ’ οίκον φροντίδα. Όπως σημειώνει, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή προς την μεταφορά και διατήρηση του ατόμου που έχει ανάγκη στο χώρο του. «Η τάση για την φροντίδα είναι να είσαι στο σπίτι σου, όπου έχεις καλύτερη ποιότητα φροντίδας».
Η δυσκολία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, καθώς πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναζητούν ταυτόχρονα ανθρώπους με αντίστοιχες δεξιότητες. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να εξετάσει πολύ πιο σοβαρά, με οργανωμένο σχεδιασμό και μακροπρόθεσμη στρατηγική, τη δυνατότητα προσέλκυσης και αξιοποίησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, που μπορούν να προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες στην φροντίδα των ηλικιωμένων και όχι μόνο.
Η μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) καταλήγει στο ότι είναι αναγκαία η ενίσχυση της επαγγελματικής φροντίδας, με περισσότερες κατ’ οίκον υπηρεσίες και κέντρα ημερήσιας φροντίδας, καλύτερες αμοιβές για τους εργαζομένους και στήριξη των άτυπων φροντιστών. Στόχος είναι η πρόσβαση σε προσιτές υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το εισόδημα, τον τόπο διαμονής ή την οικογενειακή κατάσταση, ώστε να καλύπτονται και όσοι δεν διαθέτουν συγγενικό περιβάλλον υποστήριξης.
Τέλος, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα σενάρια της μελέτης δεν αποτελούν ασφαλείς προβλέψεις, αλλά εκτιμήσεις βάσει συγκεκριμένων δημογραφικών και κοινωνικών παραδοχών. Η έκθεση εφαρμόζει ενιαίους ευρωπαϊκούς δείκτες ανάγκης και φροντίδας, χωρίς να παραθέτει ξεχωριστές ποσοτικές προβλέψεις για την Ελλάδα, αποτυπώνοντας ωστόσο τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματός της.
