Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία έχει βρεθεί στο επίκεντρο των αγορών τα τελευταία χρόνια, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και οι πιέσεις των ΗΠΑ προς τους Ευρωπαίους συμμάχους για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών έχουν οδηγήσει σε εντυπωσιακή άνοδο των μετοχών του κλάδου.
Ωστόσο, μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδόν καθολικής αισιοδοξίας, η Deutsche Bank AG υιοθετεί μια πιο επιφυλακτική στάση. Οι αναλυτές της προειδοποιούν ότι οι αποτιμήσεις πολλών ευρωπαϊκών αμυντικών ομίλων πλησιάζουν σε επίπεδα κορύφωσης, με τους κινδύνους να αυξάνονται και τα περιθώρια περαιτέρω ανατίμησης να στενεύουν.
Η αμυντική βιομηχανία μετά το ράλι από τις αρχές του έτους
Σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Bank, οι ευρωπαϊκές μετοχές της αμυντικής βιομηχανίας ενδέχεται να βρίσκονται κοντά στο ανώτατο σημείο των αποτιμήσεών τους. Η εκτίμηση αυτή ξεχωρίζει, καθώς αποτελεί μία από τις λίγες contrarian φωνές σε έναν κλάδο που έχει ήδη καταγράψει άνοδο άνω του 20% από τις αρχές του έτους.
Ενδεικτικά, ένα καλάθι ευρωπαϊκών αμυντικών μετοχών της Goldman Sachs έχει ενισχυθεί σχεδόν κατά 23% μέσα στο 2026. Στην άνοδο αυτή έχουν συμβάλει παράγοντες όπως η ένταση της ρητορικής των ΗΠΑ απέναντι στη Γροιλανδία, αλλά και τα φιλόδοξα σχέδια αύξησης των στρατιωτικών δαπανών σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Παρά το ευνοϊκό γεωπολιτικό υπόβαθρο, η Deutsche Bank επισημαίνει ότι υπάρχουν εξελίξεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δυναμική του κλάδου. Όπως αναφέρουν οι αναλυτές υπό τον Κριστόφ Μενάρ, ένα ενδεχόμενο ειρηνευτικό σχέδιο για την Ουκρανία, σε συνδυασμό με τις σημαντικές διαφορές στους αμυντικούς προϋπολογισμούς μεταξύ των χωρών της Ευρώπης, ενδέχεται να λειτουργήσουν ανασχετικά για περαιτέρω άνοδο.
«Μια νέα αναθεώρηση προς τα πάνω των αποτιμήσεων είναι απίθανη, λόγω αντικρουόμενων γεωπολιτικών παραγόντων», σημειώνουν χαρακτηριστικά. Οι αναλυτές τονίζουν ότι οι περιφερειακές ανισότητες στις αμυντικές δαπάνες αναμένεται να παραμείνουν, επηρεάζοντας τις αποτιμήσεις των γαλλικών και βρετανικών εταιρειών σε σύγκριση με τις γερμανικές.
Αμυντική βιομηχανία: Υψηλές αποτιμήσεις και συγκρίσεις με την ευρύτερη αγορά
Το καλάθι των ευρωπαϊκών αμυντικών μετοχών διαπραγματεύεται σήμερα περίπου στις 32 φορές τα εκτιμώμενα μελλοντικά κέρδη (forward earnings). Το επίπεδο αυτό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον δείκτη Stoxx Europe 600, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για περιορισμένο περιθώριο περαιτέρω ανατίμησης.
Η Deutsche Bank υπογραμμίζει ότι, σε αυτό το σημείο του κύκλου, οι επενδυτές καλούνται να σταθμίσουν αν οι θετικές προοπτικές του κλάδου δικαιολογούν τόσο απαιτητικές αποτιμήσεις, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου οι δημοσιονομικές πιέσεις και η πολιτική αβεβαιότητα παραμένουν έντονες.
Εθνικοί προϋπολογισμοί και πολιτική αβεβαιότητα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Γερμανία, η οποία φιλοδοξεί να οικοδομήσει τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη, αναδεικνυόμενη σε ηγέτιδα δύναμη όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες. Αντίθετα, στη Γαλλία, η πολιτική αστάθεια επηρεάζει άμεσα τον προϋπολογισμό, δημιουργώντας αβεβαιότητα για τις μελλοντικές επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, απουσιάζει σαφές χρονοδιάγραμμα για την εξέλιξη των αμυντικών δαπανών, γεγονός που δυσχεραίνει την αποτίμηση των προοπτικών των εγχώριων εταιρειών.
Αμυντική βιομηχανία: Υποβαθμίσεις και μετοχικές προτιμήσεις
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αναλυτές της Deutsche Bank υποβάθμισαν τη σύσταση για τη γαλλική Thales SA, τη βρετανική BAE Systems Plc και την ιταλική Leonardo SpA σε «διακράτηση» από «αγορά». Η απόφαση βασίζεται στην αβεβαιότητα γύρω από τους προϋπολογισμούς και στην εκτίμηση ότι τα περιθώρια ανόδου από τα τρέχοντα επίπεδα είναι περιορισμένα.
Αντίθετα, οι προτιμώμενες επιλογές του Κριστόφ Μενάρ περιλαμβάνουν την Airbus SE, τη Safran SA, τη MTU Aero Engines AG και τη Rheinmetall AG, εταιρείες που, κατά την Deutsche Bank, διαθέτουν πιο ισορροπημένο προφίλ αποτίμησης και καλύτερη ορατότητα κερδοφορίας σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.