Η χαλαρή στάση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην αποδυνάμωση του δολαρίου έχει αναζωπυρώσει τις εκτιμήσεις στις αγορές συναλλάγματος ότι το αμερικανικό νόμισμα ενδέχεται να εισέρχεται σε μια νέα, πιο παρατεταμένη καθοδική πορεία.
Οι δηλώσεις του Τραμπ, ο οποίος υποβάθμισε τη σημασία της πρόσφατης πτώσης του δολαρίου λέγοντας ότι δεν θεωρεί πως έχει αποδυναμωθεί υπερβολικά, λειτούργησαν ως καταλύτης για έντονες κινήσεις στις αγορές. Την Τρίτη, το δολάριο κατέγραψε τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από την περίοδο της περσινής εφαρμογής δασμών, με τον δείκτη του Bloomberg να υποχωρεί έως και 1,2%, καθώς μειώθηκε η ελκυστικότητα τόσο του αμερικανικού νομίσματος όσο και των αμερικανικών ομολόγων.
Η αντίδραση αυτή ενίσχυσε αυτό που στις αγορές έχει αρχίσει να αποκαλείται «trade απομείωσης» (debasement trade), δηλαδή η στροφή των επενδυτών μακριά από το δολάριο και τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, υπέρ εναλλακτικών νομισμάτων και πραγματικών αξιών.
Σύμφωνα με τον Στίβεν Τζεν, ιδρυτή της Eurizon SLJ Capital και πρώην στρατηγικό αναλυτή συναλλάγματος της Morgan Stanley, η στάση της κυβέρνησης Τραμπ σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης υποχώρησης του δολαρίου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που στοχεύει στη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των αμερικανικών εξαγωγών μέσω μιας ασθενέστερης συναλλαγματικής ισοτιμίας.
Όπως σημείωσε σε ανάλυσή του, πρόκειται πιθανότατα για «το επόμενο σκέλος της πτώσης του δολαρίου», για το οποίο πολλοί επενδυτές και αναλυτές ενδέχεται να μην είναι προετοιμασμένοι. Ο Τζεν τόνισε ότι επί δεκαετίες κυριαρχούσε το αφήγημα ενός ισχυρού δολαρίου σε συνδυασμό με μια ισχυρή αμερικανική οικονομία, αφήνοντας τις αγορές απροετοίμαστες για το ενδεχόμενο μιας ισχυρής οικονομίας με ασθενέστερο νόμισμα.
Ο ίδιος ο Τραμπ χαρακτήρισε την πρόσφατη πτώση του δολαρίου «καλή εξέλιξη» για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Αϊόβα. Αν και παρόμοιες τοποθετήσεις έχουν γίνει και στο παρελθόν από αξιωματούχους των ΗΠΑ, αυτή τη φορά οι αγορές αντέδρασαν πιο έντονα, καθώς οι δηλώσεις του προέδρου φάνηκαν να επικυρώνουν τη ραγδαία υποχώρηση του δολαρίου των τελευταίων ημερών.
Ο δείκτης δολαρίου του Bloomberg υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο σχεδόν τετραετίας στις συναλλαγές της Νέας Υόρκης, πριν περιορίσει μέρος των απωλειών στις ασιατικές αγορές. Η πτώση του δολαρίου ώθησε το ευρώ και τη στερλίνα στα υψηλότερα επίπεδά τους από το 2021, ενώ το ελβετικό φράγκο ενισχύθηκε στο ισχυρότερο σημείο του από το 2015. Στην Ασία, τα μεγαλύτερα κέρδη έναντι του δολαρίου κατέγραψαν το νοτιοκορεατικό γουόν και το μαλαισιανό ρινγκίτ. Την ίδια ώρα, ο χρυσός εκτοξεύθηκε σε νέο ιστορικό υψηλό, ξεπερνώντας τα 5.250 δολάρια ανά ουγγιά.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η στάση του Τραμπ αφαιρεί ένα άτυπο «δίχτυ ασφαλείας» από το δολάριο. Όπως δήλωσε ο Άντονι Ντόιλ, επικεφαλής επενδυτικός στρατηγικός αναλυτής της Pinnacle Investment Management στο Σίδνεϊ, όταν ο πολιτικός παράγοντας που θα μπορούσε να στηρίξει λεκτικά το νόμισμα εμφανίζεται αδιάφορος, οι αγορές επαναξιολογούν το επίπεδο σταθερότητας που μπορούν να αναμένουν από τις ΗΠΑ και απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να αναλάβουν αμερικανικό ρίσκο.
Η ανοχή της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι σε ένα ασθενέστερο δολάριο έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά παραγόντων που ήδη προβληματίζουν τους διεθνείς επενδυτές: απειλές για νέους δασμούς σε συμμάχους, παρεμβάσεις που θεωρούνται πλήγμα στην ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και μια γενικότερη εικόνα απρόβλεπτης χάραξης πολιτικής. Για ορισμένους αναλυτές, η στάση αυτή λειτουργεί ως ακόμη ένα σήμα για μείωση της έκθεσης σε δολάρια και αμερικανικά ομόλογα.
Τα δεδομένα από την αγορά παραγώγων ενισχύουν τις ανησυχίες για μια πιο μακροπρόθεσμη εξασθένηση του δολαρίου. Ένας δείκτης που αποτυπώνει τη ζήτηση για προστασία έναντι περαιτέρω πτώσης του δολαρίου μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο, σύμφωνα με στοιχεία της JPMorgan Chase, υποδηλώνοντας αυξημένη ζήτηση για «ασφάλιση» έναντι αποδυνάμωσης του αμερικανικού νομίσματος.
Παράλληλα, άλλες μετρήσεις δείχνουν ότι το δολάριο παραμένει υπερτιμημένο. Με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, το αμερικανικό νόμισμα εμφανίζεται ακριβότερο έναντι όλων των νομισμάτων της Ομάδας των Δέκα, με εξαίρεση το ελβετικό φράγκο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ. Το γεν και το ευρώ θεωρούνται ιδιαίτερα υποτιμημένα, ενισχύοντας τα επιχειρήματα ότι οι εξαγωγείς στην Ευρώπη και την Ιαπωνία διαθέτουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι την άποψη ότι οι δηλώσεις Τραμπ σηματοδοτούν μια διαρθρωτική αλλαγή στην πορεία του δολαρίου. Ο Ροντρίγκο Κατρίλ, στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος της National Australia Bank, εκτιμά ότι η αμερικανική κυβέρνηση απλώς δεν αντιτίθεται στη σημερινή πτώση, επιδιώκοντας παράλληλα την ενίσχυση νομισμάτων όπως το κινεζικό γουάν και το ιαπωνικό γεν. Όπως σημείωσε, η ασάφεια γύρω από τη στρατηγική για το δολάριο προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας, χωρίς να συνεπάγεται απαραίτητα μια «γενεακή» αλλαγή κατεύθυνσης.
Τέλος, επιφυλάξεις εξέφρασε και ο Ρόμπερτ Κάπλαν, αντιπρόεδρος της Goldman Sachs και πρώην πρόεδρος της Fed του Ντάλας, προειδοποιώντας για τους κινδύνους μιας παρατεταμένης αποδυνάμωσης του δολαρίου. Αν και παραδέχθηκε ότι ένα ασθενέστερο νόμισμα μπορεί να στηρίξει τις εξαγωγές, υπενθύμισε ότι οι ΗΠΑ οδεύουν προς δημόσιο χρέος άνω των 40 τρισ. δολαρίων, γεγονός που καθιστά τη νομισματική σταθερότητα κρίσιμης σημασίας.
Όπως τόνισε, για μια χώρα με τόσο υψηλό χρέος, η αξιοπιστία και η σταθερότητα του νομίσματος είναι συχνά σημαντικότερες από τα βραχυπρόθεσμα οφέλη στις εξαγωγές, καθώς επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα χρηματοδότησης του αμερικανικού Δημοσίου και τη ζήτηση για μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα.