Σε αναμμένα κάρβουνα βρίσκονται οι επενδυτές για το guidance των μετοχών των Big Tech. Το τεράστιο ύψος των επενδύσεων (σ.σ. 660 δισ. δολάρια μόνο το 2026) στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, που ανακοινώνουν οι κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, προβληματίζουν τους επενδυτές, οι οποίοι θεωρούν πως το κόστος αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από τα πιθανά κέρδη που προσδοκούν οι διοικήσεις από το νέο επενδυτικό Ελ Ντοράντο.
Παρόλο που Amazon, Google, Microsoft και άλλοι εμφανίζουν ισχυρά έσοδα -ιδίως από το cloud- οι αγορές φοβούνται πως οι «ιλιγγιώδεις» δαπάνες για data centers και εξειδικευμένους ημιαγωγούς μπορεί να αργήσουν να αποδώσουν. Αυτό έχει οδηγήσει σε μαζικές ρευστοποιήσεις μετοχών και τεράστιες απώλειες σε χρηματιστηριακή αξία για τους μεγάλους της τεχνολογίας.
Στην ανάλυση των Financial Times επισημαίνεται ότι επανέρχονται φόβοι για «φούσκα AI» στη Wall Street, καθώς τα νέα επενδυτικά πλάνα δείχνουν πως η εμπορική απόδοση της τεχνητής νοημοσύνης θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο και κεφάλαιο απ’ όσο περιμένουν οι αγορές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έντονης ανησυχίας, η Apple εμφανίζεται μέχρι στιγμής ως εξαίρεση, καθώς αποφεύγει τον επενδυτικό «αγώνα δρόμου» της AI, κρατά χαμηλά τις δαπάνες και μέχρι στιγμής ανταμείβεται από τους επενδυτές.
Υπό πίεση οι μετοχές των Big Tech
Οι μετοχές των μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών δέχτηκαν ισχυρές πιέσεις μετά την ανακοίνωση των πρόσφατων τριμηνιαίων αποτελεσμάτων, με την Amazon, την Google και τη Microsoft να κατευθύνονται προς συνολικές απώλειες που εκτιμώνται στα 900 δισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία μέσα σε λίγες μόλις ημέρες. Η αρνητική αντίδραση των αγορών δεν συνδέθηκε τόσο με τις επιδόσεις των εταιρειών -οι οποίες σε μεγάλο βαθμό ήταν θετικές- όσο με τα φιλόδοξα και ιδιαίτερα δαπανηρά επενδυτικά τους σχέδια στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι επενδυτές εμφανίστηκαν έντονα προβληματισμένοι από το μέγεθος των κεφαλαιουχικών δαπανών που προγραμματίζουν οι εταιρείες, οι οποίες ξεπερνούν ακόμη και το ΑΕΠ χωρών όπως το Ισραήλ. Οι τεράστιες αυτές επενδύσεις επισκίασαν την ισχυρή αύξηση των εσόδων από τις δραστηριότητες cloud, οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης του κλάδου. Μαζί με τη Meta, οι Big Tech σχεδιάζουν να διαθέσουν πρωτοφανή ποσά για την κατασκευή κέντρων δεδομένων και την προμήθεια εξειδικευμένων μικροτσίπ, απαραίτητων για την εκπαίδευση και τη λειτουργία προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ).
Συνολικά, οι επενδύσεις αυτές συνεπάγονται αύξηση κατά περίπου 60% σε σχέση με τα 410 δισ. δολάρια που δαπανήθηκαν το 2025 και εκτόξευση κατά 165% συγκριτικά με τα 245 δισ. του 2024. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Jim Tierney, επικεφαλής επενδυτικού ταμείου της AllianceBernstein, το ύψος των κεφαλαιουχικών δαπανών είναι «σχεδόν σοκαριστικό», προκαλώντας ανησυχία για το κατά πόσο μπορούν να αποδώσουν επαρκείς αποδόσεις σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Εξαίρεση η Apple
Ακόμη και η αύξηση κατά 14% των συνολικών ετήσιων εσόδων των εταιρειών, τα οποία ανήλθαν στα 1,6 τρισ. δολάρια, δεν στάθηκε αρκετή για να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα. Στον αντίποδα, η Apple αναδείχτηκε ως η μεγάλη εξαίρεση. Η εταιρεία επέλεξε να μην εμπλακεί στον ανταγωνισμό των μαζικών επενδύσεων στην AI και ανταμείφθηκε από την αγορά, καθώς η μετοχή της ενισχύθηκε κατά 7,5% μετά την ανακοίνωση του ρεκόρ πωλήσεων.
Η Amazon βρέθηκε στο επίκεντρο των πιέσεων, καθώς η μετοχή της υποχώρησε κατά 11% μετά το κλείσιμο της αγοράς, όταν ανακοίνωσε ότι οι φετινές κεφαλαιουχικές της δαπάνες θα φτάσουν τα 200 δισ. δολάρια -ποσό κατά 50 δισ. υψηλότερο από τις προσδοκίες της αγοράς. Ο διευθύνων σύμβουλος Άντι Τζέισι υπερασπίστηκε τις αποφάσεις αυτές, εξηγώντας ότι οι επενδύσεις είναι κρίσιμες για τη μελλοντική ανάπτυξη της εταιρείας σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα μικροτσίπ, η ρομποτική και οι δορυφορικές τεχνολογίες. Ως ένδειξη ότι η στρατηγική αρχίζει να αποδίδει, επικαλέστηκε την αύξηση κατά 24% των εσόδων της Amazon Web Services.
Η Microsoft υπέστη το μεγαλύτερο πλήγμα, με τη μετοχή της να καταγράφει πτώση 18%. Παρότι τα έσοδα του cloud αυξήθηκαν κατά 26% και έφτασαν τα 51,5 δισ. δολάρια, η επίδοση αυτή ήταν ελαφρώς χαμηλότερη από τις προσδοκίες των αναλυτών. Παράλληλα, η αγορά αντέδρασε έντονα στην άνοδο κατά 66% των τριμηνιαίων δαπανών για κέντρα δεδομένων. Επιπλέον, η αποκάλυψη ότι το 45% του ανεκτέλεστου χαρτοφυλακίου συμβολαίων cloud προέρχεται από την OpenAI, προκάλεσε ανησυχίες για υπερβολική εξάρτηση από έναν και μόνο πελάτη.
Αντίστοιχα, ούτε τα ιστορικά αποτελέσματα της Google κατάφεραν να καθησυχάσουν τους επενδυτές. Η μητρική Alphabet ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 400 δισ. δολάρια σε ετήσια έσοδα και κατέγραψε κέρδη 132 δισ. δολαρίων το 2025, ωστόσο τα σχέδια για διπλασιασμό των κεφαλαιουχικών δαπανών στα 185 δισ. δολάρια συνέχισαν να ασκούν πιέσεις στη μετοχή.
Επανήλθαν οι φόβοι για φούσκα AI
Οι εξελίξεις αυτές αναζωπύρωσαν τους φόβους περί δημιουργίας «φούσκας» στην τεχνητή νοημοσύνη. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι αυξημένες δαπάνες υποδηλώνουν πως θα απαιτηθούν περισσότερος χρόνος και σημαντικά κεφάλαια, προκειμένου οι επενδύσεις στην AI να μετατραπούν σε σταθερά και ουσιαστικά έσοδα.
Το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από τις πιέσεις στον ευρύτερο τεχνολογικό κλάδο, τις ανησυχίες για τον ανταγωνισμό από νέα εργαλεία AI και την αβεβαιότητα γύρω από μεγάλες συμφωνίες στον χώρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η Apple ξεχώρισε για τη συγκρατημένη στρατηγική της, περιορίζοντας τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και επιλέγοντας συνεργασίες αντί για βαριές επενδύσεις υποδομών. Η προσέγγιση αυτή ενίσχυσε την εικόνα της ως «νικήτριας» της περιόδου, την ώρα που οι υπόλοιποι τεχνολογικοί κολοσσοί καλούνται πλέον να αποδείξουν ότι οι τεράστιες επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να δικαιολογηθούν από τις μελλοντικές αποδόσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα όσα εκτυλίσσονται με τις μετοχές των Big Tech στο ταμπλό της Wall Street επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη παρουσία (έστω και με διαλείμματα) της ανησυχίας για φούσκα AI.