Χρηματιστήριο: Πόσο πίσω έστειλε τις ελληνικές μετοχές ο πόλεμος στο Ιράν

Πώς θα επηρεάσουν οι γεωπολιτικές εντάσεις τις ελληνικές μετοχές. Ποιες είναι οι πιέσεις που δέχονται οι τράπεζες, ο τουρισμός και η ναυτιλία

Χρηματιστήριο © INTIME

Οι αναλύσεις που δημοσιοποιήθηκαν στις 2 Μαρτίου από την Goldman Sachs χθες και τις Citi, Optima Bank και την AXIA τη Δευτέρα συγκλίνουν σε έναν κοινό άξονα, ότι η παράμετρος που θα κρίνει τις εξελίξεις δεν είναι η ένταση, αλλά η διάρκεια της σύγκρουσης.

Οι τράπεζες πέρασαν ήδη στο κόκκινο από την αρχή της χρονιάς, εκεί που μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου είχαν φτάσει να ενισχύονται έως και 25%. Πτώση πάνω από 3% για την ΕΤΕ από την αρχή της χρονιάς, πάνω από 5% για την Alpha, ενώ τα κέρδη της Eurobank περιορίστηκαν σε ούτε… 2% και της Πειραιώς λιγότερο από 7%. Πολύ κοντά στα χαμηλά έτους η μετοχή της Metlen, σε χαμηλά πέραν του 1,5 έτους γύρισε ο ΟΠΑΠ, 9 μηνών η Aegean, τα 49 ευρώ είχε να τα δει η Titan από τα μέσα Δεκεμβρίου, η ΔΕΗ τα 17,20 ευρώ από τον περασμένο Νοέμβριο, η Lamda γύρισε στο τέλος Ιουνίου του 2025 και χαμηλό πέραν του ενός έτους για τα Jumbo.

Το ερώτημα που δεσπόζει πλέον στις αγορές αφορά το χρονικό της αποτύπωμα και, κυρίως, το ενδεχόμενο διαταραχής στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ. Ένα παρατεταμένο κλείσιμο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων, νέα άνοδο επιτοκίων και, σε ακραίο σενάριο, επιβράδυνση ή και ύφεση στις μεγάλες οικονομίες.

Στον αντίποδα, εφόσον η κρίση αποδειχθεί περιορισμένη χρονικά, η διόρθωση των αγορών ενδέχεται να εκληφθεί ως ευκαιρία επιλεκτικών τοποθετήσεων σε χαμηλότερα επίπεδα.

Στο δυσμενές σενάριο, οι κερδισμένοι είναι ελάχιστοι, δηλαδή ενεργειακοί όμιλοι και επιχειρήσεις της αμυντικής βιομηχανίας ενδέχεται να ευνοηθούν. Για την Ελλάδα, ωστόσο, οι επιφυλάξεις εστιάζουν στον τουρισμό. Η υψηλή συμβολή του κλάδου στο ΑΕΠ καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε ενδεχόμενη μείωση ροών, αν και -όπως επισημαίνουν αναλυτές- είναι ακόμη πρόωρο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

Τόσο η χθεσινή όσο και η συνεδρίαση της Δευτέρας αποτύπωσαν σαφή διάθεση ενίσχυσης ρευστότητας. Οι επενδυτές προχώρησαν σε εκτεταμένες ρευστοποιήσεις, με τις τράπεζες, τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, που όλα δείχνουν ότι θα πληγούν από τη νέα αλματώδη αύξηση του ενεργειακού κόστους, και τις εταιρείες με έκθεση στον τουρισμό να δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Σε περιβάλλον παρατεταμένης αβεβαιότητας, η ανησυχία δεν αφορά μόνο την κερδοφορία των επιχειρήσεων, αλλά και την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων, ιδίως για τράπεζες με έμμεση ή άμεση έκθεση στη Μέση Ανατολή.

Στο ταμπλό, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, η Aegean Airlines και η Lamda Development -λόγω και της επένδυσης στο Ελληνικό- βρέθηκαν στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, όπως και ξενοδοχειακές και ναυτιλιακές εταιρείες. Η Attica Group επηρεάστηκε επιπλέον από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, η οποία αυξάνει το λειτουργικό κόστος.

Πέραν των εκτιμήσεων για τις επιπτώσεις σε πετρέλαιο, εμπορεύματα και τουρισμό, η αγορά ανέδειξε και ένα δεύτερο μήνυμα, ότι σε περιόδους έντασης η αγορά τιμωρεί πρώτα τις υπερβολές.

Μετοχές χωρίς σαφή επιχειρηματική αφήγηση, με αδύναμα θεμελιώδη ή χωρίς ουσιαστική βελτίωση ισολογισμών τα τελευταία έτη, βρέθηκαν στο στόχαστρο. Τίτλοι όπως οι Παΐρης, MIG, ΣΙΔΜΑ, Foodlink, Τζιρακιάν, Ικτίνος, Frigoglass, Προοδευτική και Κέκροψ κατέγραψαν απώλειες, υπενθυμίζοντας ότι προηγούμενες ανοδικές κινήσεις συχνά στηρίχθηκαν περισσότερο σε προσδοκίες και χρηματιστηριακές τοποθετήσεις, παρά σε μετρήσιμα επιχειρηματικά δεδομένα.

Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι η διαχείριση κινδύνου και η ποιότητα των θεμελιωδών μεγεθών επανέρχονται στο επίκεντρο.

Πιέσεις δέχθηκε και ο κλάδος της πληροφορικής, όπου η ισχυρή άνοδος των προηγούμενων μηνών είχε ενσωματώσει υψηλές προσδοκίες. Οι Quality & Reliability, Profile Software, Ίλυδα, Austriacard Holdings και Space Hellas υποχώρησαν αισθητά, σε μια κίνηση που αντανακλά και τις διεθνείς ανησυχίες -ιδίως στις ΗΠΑ- για τις αποτιμήσεις του κλάδου.

Τα αποτελέσματα χρήσης του 2025, που θα ανακοινωθούν το επόμενο διάστημα, αναμένεται να αποτελέσουν το επόμενο κρίσιμο τεστ αξιολόγησης: όχι μόνο για τις προοπτικές, αλλά και για το κατά πόσο οι τρέχουσες αποτιμήσεις δικαιολογούνται από τα πραγματικά μεγέθη.