Η αιφνίδια και δραματική άνοδος των τιμών ενέργειας εδώ και έναν μήνα ανατρέπει τις ισορροπίες στις αγορές κρατικού χρέους της Ευρωζώνης και τον δημοσιονομικό προγραμματισμό των κυβερνήσεων, με τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού να καραδοκεί ξανά στην Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία. Η σφοδρότητα του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν είναι τόσο μεγάλη που δεν διαφαίνεται καμία άμεση αποκλιμάκωση, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν σχεδόν απροσπέλαστα στη διεθνή ναυτιλία. Το κόστος δανεισμού των κρατών-μελών της Ευρωζώνης κινείται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι διαμορφώνεται ένα περιβάλλον με υψηλότερο πληθωρισμό, ακριβότεροι κόστος δανεισμού, χαμηλότερη ανάπτυξη και μεγαλύτερες δημοσιονομικές δαπάνες. Αν και σήμερα υποχώρησαν οι αποδόσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης, η άνοδος του πληθωρισμού στο 2,5% τον Μάρτιο από το 1,9% τον Φεβρουάριο μαρτυρά το αρνητικό αποτύπωμα του πολέμου στις οικονομίες. Σε μεμονωμένη βάση, το κόστος ενέργειας αυξήθηκε στην Ευρωζώνη κατά 4,9% την ώρα που η τιμή του πετρελαίου κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο στην ιστορία, φθάνοντας το 59% στα 115 δολάρια το βαρέλι. Το προηγούμενο ιστορικό υψηλό ήταν 46% και είχε καταγραφεί τον Σεπτέμβριο του 1990.
Μεγάλη μηνιαία άνοδος του κόστους δανεισμού στη δευτερογενή αγορά των ομολόγων
Μολονότι υπερίσχυσαν σήμερα ηπιότερες τάσεις, το 10ετές κόστος δανεισμού της Γαλλίας εξακολουθεί να είναι υψηλό στο 3,73% παρά το ότι διολίσθησε από τα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας 15ετίας. Σε μηνιαία βάση, το κόστος δανεισμού της 2ης μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρωζώνη αναρριχήθηκε 50 μονάδες βάσης. Η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου της Γερμανίας σταθεροποιήθηκε στο 3%, έχοντας σκαρφαλώσει 37 μ.β. από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο από τα τέλη του 2022. Η απόδοση του 1οετούς ιταλικού ομολόγου ναι μεν σημείωσε πτώση από το 4%, αλλά στο 3,7% σημείωσε μηνιαία άνοδο μεγαλύτερη των 60 μ.β. Στην Ελλάδα, το 10ετές κόστος δανεισμού έχει, επίσης, αναρριχηθεί στο 3,89% από το 3,25% στα τέλη Φεβρουαρίου, με άνοδο 42 μ.β.
Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν σημειώσει άνοδο 70% στα 53,6 ευρώ τη μεγαβατώρα (MWh) μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Οπότε επανέρχονται εκτιμήσεις για νέες αυξήσεις στα επιτόκια μόλις μια διετία μετά την ολοκλήρωση μιας επώδυνης σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) άφησε σταθερά τα επιτόκια τον Μάρτιο, διατηρώντας τα αμετάβλητα στην έκτη συνεδρίαση μετά την έναρξη του κύκλου των καθοδικών επιτοκίων τον Ιούνιο του 2024. Αναθεώρησε, ωστόσο, προς τα πάνω τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό από το 1,9% στο 2,6% για το 2026 και στο 2% από το 1,8% για το 2027.
Προεξοφλούνται πια τουλάχιστον δυο αυξήσεις των επιτοκίων μέχρι τα τέλη του 2026. «Οι αγορές ανέμεναν αρχικά πως τα επιτόκια θα ήταν σταθερά το 2026, με ανοικτό το ενδεχόμενο μιας μείωσης σε κάποια στιγμή. Αυτή τη στιγμή επαναξιολογείται το περιβάλλον, με τις συνθήκες να έχουν αλλάξει δριμύτατα», σχολιάζει προ ημερών ο Μάικλ Φίλντ, υπεύθυνος για τις ευρωπαϊκές αγορές στην εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Morningstar. Η συγκυρία γίνεται όλο και πιο δυσμενής, ιδιαίτερα για τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης με υψηλό δημόσιο χρέος από τη Γαλλία, όπου κινείται στο 117,4% του ΑΕΠ, μέχρι την Ιταλία στο 137% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Trading Economics, οι αναλυτές έδιναν 40% για νέα μείωση των επιτοκίων πριν τον πόλεμο.
Η κρίση εμπιστοσύνης χτυπά τα αμερικανικά ομόλογα
Αυτή η νευρικότητα είναι διάχυτη σε κάθε κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, με την κρίση εμπιστοσύνης στους χειρισμούς της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην αγορά δημοσίου χρέους των ΗΠΑ. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στη Νέα Υόρκη, οι τοποθετήσεις σε αμερικανικά ομόλογα υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2012 λόγω της μαζικής φυγής από κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς που συγκεντρώνουν κεφάλαια σε ένα αντίξοο περιβάλλον. Από τις 25 Φεβρουαρίου, οι συνολικές ρευστοποιήσεις υπολογίζονται στα 82 δισ. δολάρια, με τη συνολική αξία των αμερικανικών ομολόγων που διατηρούν κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί στη Fed της Νέας Υόρκης να κυμαίνονται στα 2,7 τρισ. δολάρια.
Στις εναέριες επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ, το καθεστώς της Τεχεράνης απαντά με επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου περνά το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Διανύοντας την 5η εβδομάδα αυτής της περιφερειακής σύγκρουσης, οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης εμπλέκονται στον πόλεμο και έτσι να κινδυνεύει και η ασφαλής διέλευση των εμπορικών πλοίων από την Ερυθρά Θάλασσα. Οπότε παγιώνεται μια νέα συνθήκη με υψηλότερες τιμές στην ενέργεια που ανατρέπουν κάθε εκτίμηση για τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεων. Η Ευρώπη βρίσκεται σε αρκετά ευάλωτη θέση καθώς τα αποθέματα του φυσικού αερίου να βρίσκονται στο 30% της πληρότητας των αποθηκευτικών χώρων. Αυτό σημαίνει πως όλοι στην Ευρώπη θα πρέπει να πληρώσουν ακριβότερο το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, με την ενέργεια να μετατρέπεται ξανά σε γεωπολιτικό όπλο.
Νέες δημοσιονομικές προκλήσεις για την Ευρωζώνη
Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κατάφερε να δαμάσει τον υψηλό πληθωρισμό με τη μεγάλη αύξηση των επιτοκίων και έπειτα να ξεκινήσει έναν καθοδικό κύκλο προς τη μεγάλη ανακούφιση των δανειοληπτών που επιζητούσαν χαμηλότερα κόστη δανεισμού. Τον Φεβρουάριο, η μεταποίηση στην Ευρωζώνη έδειχνε να επανέρχεται σε μια ομαλότητα μετά τους κραδασμούς της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προ τετραετίας. Το τοπίο, όμως, επιδεινώνεται ξανά.
Με την τιμή της αμόλυβδης βενζίνης να κινείται στα 2 ευρώ το λίτρο από τη Γερμανία μέχρι την Ελλάδα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήδη λαμβάνουν μέτρα για να αμβλύνουν την αύξηση των δαπανών που επωμίζονται οι πολίτες. Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Αυστρία μειώνουν τους φόρους στα καύσιμα ενώ η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε στοχευμένα μέτρα για την επιδότηση στα καύσιμα για τους αγρότες και την ακτοπλοϊα. Τα δημοσιονομικά περιθώρια, ωστόσο, είναι περιορισμένα στην Ε.Ε μετά τις γενναιόδωρες επιδοτήσεις επί πανδημίας και τη δαπάνη άνω των 500 δισ. ευρώ εν μέσω της ενεργειακής κρίσης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αν μη τι άλλο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ανταπεξέλθουν και στην ανάγκη τόνωσης της άμυνας, με τις δημοσιονομικές προκλήσεις να έχουν αντίκτυπο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας των κρατών-μελών.