Αντιμέτωπες με μια νέα περίοδο ακριβότερου δανεισμού βρίσκονται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, καθώς η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης κεφαλαίων από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς εντείνουν τις πιέσεις στις αγορές χρέους. Η Goldman Sachs προειδοποιεί ότι το αυξημένο χρηματοδοτικό κόστος αρχίζει ήδη να περιορίζει την κερδοφορία των εταιρειών, αναγκάζοντας ορισμένες να επανεξετάσουν τα επενδυτικά τους σχέδια, αλλά και τις διανομές προς τους μετόχους.
Σύμφωνα με ανάλυση της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας, την οποία επικαλείται το CNBC, οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη μεταφέρονται πλέον και στον εταιρικό δανεισμό. Την κατάσταση επιβαρύνει η αυξανόμενη ανάγκη χρηματοδότησης των τεράστιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς οι τεχνολογικοί όμιλοι στρέφονται όλο και περισσότερο στις αγορές ομολόγων.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι εκδόσεις χρέους από τους μεγάλους παρόχους υπολογιστικών υποδομών, γνωστούς ως hyperscalers, θα αυξηθούν από 250 δισ. δολάρια το 2026 σε 420 δισ. δολάρια το 2027. Παράλληλα, η χρηματοδότηση έργων τεχνητής νοημοσύνης διεθνώς θα μπορούσε να διπλασιαστεί, φτάνοντας τα 300 δισ. δολάρια.
Αυτή η τεράστια ζήτηση κεφαλαίων δημιουργεί πρόσθετο ανταγωνισμό για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που αναζητούν χρηματοδότηση, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος δανεισμού αυξάνεται ήδη λόγω των δημοσιονομικών ανησυχιών.
Πώς η κρίση χρέους της Γαλλίας πιέζει τις επιχειρήσεις
Η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση στη Γαλλία, όπου η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε στις 21 Οκτωβρίου το 5%, για πρώτη φορά από το 2002.
Μία ημέρα αργότερα, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των αντίστοιχων γερμανικών ομολόγων ξεπέρασε τις 177 μονάδες βάσης, αντανακλώντας τις αυξανόμενες ανησυχίες των επενδυτών για τον δημοσιονομικό κίνδυνο και το ενδεχόμενο μετάδοσης των πιέσεων στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Αντίστοιχες δυσκολίες στον δανεισμό έχουν αντιμετωπίσει φέτος και άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιαπωνία.
Στην ευρωπαϊκή αγορά εταιρικών ομολόγων, οι αποδόσεις των τίτλων επενδυτικής βαθμίδας έχουν αυξηθεί κατά περίπου 30 μονάδες βάσης από τις αρχές Σεπτεμβρίου, φτάνοντας στο 4,4%. Το περιθώριο απόδοσης έναντι του επιτοκίου αναφοράς χωρίς πιστωτικό κίνδυνο έχει διευρυνθεί κατά 24 μονάδες βάσης, στις 117.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι πιέσεις για τις επιχειρήσεις χαμηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης. Το κόστος δανεισμού στην κατηγορία υψηλής απόδοσης (high yield) έχει αυξηθεί κατά περίπου 90 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 7%, ενώ τα πιστωτικά περιθώρια έχουν διευρυνθεί στις 354 μονάδες βάσης.
Πώς το ακριβότερο χρήμα περιορίζει τα εταιρικά κέρδη
Η επίδραση στην κερδοφορία είναι ήδη μετρήσιμη. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι δαπάνες για τόκους στις επιχειρήσεις του ευρωπαϊκού δείκτη Stoxx 600 έχουν αυξηθεί από το 1,25% των πωλήσεων το 2022 στο 1,85% σήμερα.
Η αύξηση κατά 60 μονάδες βάσης έχει περιορίσει τα εταιρικά κέρδη κατά περισσότερο από 5% την τελευταία τετραετία.
Το πρόβλημα ενδέχεται να γίνει εντονότερο όσο περισσότερες επιχειρήσεις χρειάζεται να αναχρηματοδοτήσουν υφιστάμενα δάνεια με υψηλότερα επιτόκια.
Η μέση διάρκεια του χρέους των εταιρειών του Stoxx 600 είναι περίπου επτά χρόνια. Ωστόσο, το ένα τέταρτο πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί μέσα στην επόμενη διετία, ενώ ένα επιπλέον 25% αφορά δανεισμό με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Αυτό σημαίνει ότι περίπου το μισό εταιρικό χρέος θα μπορούσε να επηρεαστεί σχετικά γρήγορα από το αυξημένο κόστος χρήματος, σύμφωνα με τους αναλυτές της Goldman Sachs.
Ποιες επιχειρήσεις είναι περισσότερο ευάλωτες
Η Goldman Sachs εντοπίζει τέσσερα χαρακτηριστικά που καθιστούν ορισμένες εταιρείες ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις νέες συνθήκες: περιορισμένη παραγωγή ταμειακών ροών, μικρή δυνατότητα μετακύλισης του αυξημένου κόστους στους πελάτες, σημαντικές υποχρεώσεις αναχρηματοδότησης στο άμεσο μέλλον και υψηλή εξάρτηση από δανεισμό με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Για αυτές τις επιχειρήσεις, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων συνεπάγεται μεγαλύτερες χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις, ενώ η διεύρυνση των πιστωτικών περιθωρίων αυξάνει περαιτέρω το κόστος άντλησης νέων κεφαλαίων.
Οι πιέσεις ενδέχεται να οδηγήσουν τις διοικήσεις σε αλλαγή προτεραιοτήτων, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στη μείωση του χρέους και στην ενίσχυση των ισολογισμών τους, εις βάρος νέων επενδύσεων, μερισμάτων ή επαναγορών μετοχών.
Παρά τους κινδύνους, η Goldman Sachs δεν προβλέπει μια γενικευμένη πιστωτική κρίση. Εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση των τιμών των εμπορευμάτων, η υποχώρηση του πληθωρισμού και των επιτοκίων, καθώς και η βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών το 2027, θα μπορούσαν να περιορίσουν τις πιέσεις.
Ωστόσο, η επιβράδυνση της εταιρικής κερδοφορίας δημιουργεί μια πρόσθετη πρόκληση. Η τράπεζα προβλέπει ότι η αύξηση των κερδών στην Ευρώπη θα υποχωρήσει κάτω από το 10% το 2027, από περίπου 20% φέτος. Στις ΗΠΑ εκτιμά ότι η αντίστοιχη αύξηση θα περιοριστεί κάτω από το 15%, έναντι άνω του 30% το 2026.
Γιατί τα ομόλογα γίνονται ελκυστικότερα από τις μετοχές
Η άνοδος του κόστους δανεισμού δεν αποτελεί μόνο πηγή κινδύνου για τις επιχειρήσεις, αλλά δημιουργεί και νέες επενδυτικές ευκαιρίες στην αγορά σταθερού εισοδήματος.
Ο Μάικ Μπελ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της RBC BlueBay Asset Management, εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις επενδυτικής βαθμίδας δεν αναμένεται να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης.
Αντίθετα, συνιστά μεγαλύτερη επιλεκτικότητα στις επενδύσεις σε ομόλογα υψηλής απόδοσης, όπου ο πιστωτικός κίνδυνος είναι αυξημένος.
Κατά την άποψή του, οι αποδόσεις που προσφέρουν πλέον τα κρατικά ομόλογα, τα εταιρικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας, οι τιτλοποιημένοι πιστωτικοί τίτλοι και επιλεγμένες τοποθετήσεις υψηλής απόδοσης γίνονται ιδιαίτερα ελκυστικές σε σχέση με τις μετοχές, εφόσον συνεκτιμηθεί ο αναλαμβανόμενος κίνδυνος.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι επενδυτές θα πρέπει να συγκρίνουν τις ρεαλιστικές αποδόσεις που μπορούν να προσφέρουν οι αμερικανικές μετοχές τα επόμενα χρόνια, με δεδομένες τις υψηλές αποτιμήσεις τους, με τις σημερινές αποδόσεις της αγοράς ομολόγων.
Για την Goldman Sachs, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η άνοδος του κόστους δανεισμού δεν συνιστά προς το παρόν απειλή συστημικής κρίσης, αποτελεί όμως έναν ολοένα μεγαλύτερο περιορισμό για την ανάπτυξη και την κερδοφορία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
