Πιέσεις δέχονται οι χρηματιστηριακές αγορές της Νέας Υόρκης στη συνεδρίαση της Παρασκευής (30/10), με τις τεχνολογικές μετοχές να βρίσκονται στο επίκεντρο ενός νέου κύματος ρευστοποιήσεων, καθώς τα αποτελέσματα των Amazon και Intel εντείνουν τις ανησυχίες των επενδυτών για τις τεράστιες δαπάνες στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τις προοπτικές κερδοφορίας του κλάδου.
Λίγο μετά το άνοιγμα, ο Nasdaq Composite υποχωρεί κατά 2%, στις 25.650 μονάδες, ενώ ο S&P 500 καταγράφει απώλειες 1,2%, στις 7.630 μονάδες. Ο Dow Jones κινείται επίσης σε αρνητικό έδαφος, αλλά με σαφώς μικρότερες απώλειες ήτοι 0,4% στις 52.120 μονάδες, καθώς η σύνθεσή του τον καθιστά λιγότερο εκτεθειμένο στις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες.
Στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων βρίσκεται η Intel, η οποία σημειώνει περίπου 30%, μετά τις απογοητευτικές προβλέψεις για το τέταρτο τρίμηνο. Παρά τις καλύτερες του αναμενομένου επιδόσεις στο τρίτο τρίμηνο, η εταιρεία προειδοποίησε για επιδείνωση της ζήτησης στην αγορά προσωπικών υπολογιστών, με την αδυναμία να ενδέχεται να συνεχιστεί και το πρώτο εξάμηνο του 2027.
Το αρνητικό πρόσημο επεκτείνεται και σε άλλες εταιρείες ημιαγωγών, όπως η AMD, η Arm και η Nvidia, αποτυπώνοντας τη γενικευμένη επιφυλακτικότητα απέναντι στον κλάδο.
Η σημερινή πτώση επιβαρύνει περαιτέρω τις μηνιαίες επιδόσεις. Ήδη πριν από την έναρξη της συνεδρίασης της Παρασκευής, ο Nasdaq κατέγραφε απώλειες περίπου 2,7% από τις αρχές Οκτωβρίου. Αντίθετα, ο Dow Jones διατηρούσε κέρδη περίπου 2,7% σε μηνιαία βάση, ενώ ο S&P 500 ενισχυόταν κατά περίπου 0,7%.
Οι επενδυτές αμφισβητούν τις αποδόσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης
Όπως επισημαίνεται σε αναλύσεις που επικαλούνται τα αμερικανικά οικονομικά μέσα, το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα θα αναπτυχθεί η αγορά της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και πότε οι τεράστιες επενδύσεις των τεχνολογικών εταιρειών θα αρχίσουν να αποδίδουν ουσιαστικά στους μετόχους.
Οι πιέσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από την Πέμπτη, όταν η Alphabet κατέγραψε τη χειρότερη ημερήσια επίδοσή της εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, με τη μετοχή της να υποχωρεί περίπου 12,6%.
Η αντίδραση της αγοράς δείχνει ότι ακόμη και οι εταιρείες με ισχυρούς ισολογισμούς και αυξανόμενα έσοδα δεν μένουν ανεπηρέαστες από τις ανησυχίες για το ύψος των επενδυτικών δαπανών.
Παράλληλα, οι υψηλές αποτιμήσεις που είχαν διαμορφωθεί τους προηγούμενους μήνες αφήνουν περιορισμένα περιθώρια για απογοητεύσεις από τις ανακοινώσεις αποτελεσμάτων.
Υποχωρούν οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων
Η έντονη νευρικότητα στις μετοχές συνοδεύεται από αυξημένο ενδιαφέρον για τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, καθώς οι επενδυτές αναζητούν ασφαλέστερες τοποθετήσεις.
Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου υποχωρεί στο 4,909%, από 4,984% στην προηγούμενη συνεδρίαση, καταγράφοντας πτώση 7,5 μονάδων βάσης. Αντίστοιχα, η απόδοση του 30ετούς τίτλου διαμορφώνεται στο 5,290%, έναντι 5,329% προηγουμένως, μειωμένη κατά 3,9 μονάδες βάσης.
Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων αντανακλά την ενίσχυση της ζήτησης για κρατικούς τίτλους, καθώς οι επενδυτές περιορίζουν την έκθεσή τους στις μετοχές υψηλότερου κινδύνου. Βέβαια, το επίπεδο των αποδόσεων παραμένει υψηλό, διατηρώντας στο προσκήνιο τις ανησυχίες για το κόστος χρηματοδότησης και τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας.
