Υποχωρούν οι τιμές του πετρελαίου για δεύτερη διαδοχική συνεδρίαση, καθώς οι αγορές προσβλέπουν σε διπλωματική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία θα μπορούσε να βάλει τέλος στην οκτάμηνη σύγκρουση που έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Το brent σημειώνει πτώση 2,2%, στα 102,3 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό WTI υποχωρεί 1,3%, στα 95,2 δολάρια. Η νέα αποκλιμάκωση των τιμών ήρθε στον απόηχο φημών ότι η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη σημειώνουν πρόοδο προς την επίτευξη συμφωνίας.
Παράλληλα, σημαντική υποχώρηση καταγράφουν και οι τιμές του φυσικού αερίου. Το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς υποχωρεί κατά 6,8%, στα 88,41 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh).
Οι τιμές πέρασαν σε αρνητικό έδαφος μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να παρέχουν στρατιωτική χρηματοδότηση στο Ισραήλ μετά το τέλος του 2026.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι έχει καταλήξει σε συμφωνία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, βάσει της οποίας η Ουάσιγκτον θα διακόψει τη στρατιωτική οικονομική βοήθεια προς τη χώρα από το επόμενο έτος.
Μιλώντας στην εκπομπή «Fox & Friends» του Fox News, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το Ισραήλ δεν χρειάζεται πλέον την αμερικανική χρηματοδότηση, ενώ κατηγόρησε ορισμένους Δημοκρατικούς και πολιτικούς της Αριστεράς ότι χρησιμοποιούν το ζήτημα ως επιχείρημα για να ασκήσουν κριτική στους Ρεπουμπλικανούς.
«Σε ό,τι αφορά τα χρήματα που δίνουμε στο Ισραήλ, ο Μπίμπι Νετανιάχου και εγώ έχουμε καταλήξει σε συμφωνία. Παρέχουμε στο Ισραήλ 4 δισ. δολάρια ετησίως και συμφωνήσαμε πριν από μήνες ότι αυτό θα σταματήσει», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.
«Έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι μέχρι το τέλος του έτους θα σταματήσουμε να χρηματοδοτούμε το Ισραήλ. Φυσικά, θα το βοηθήσουμε εάν χρειαστεί», πρόσθεσε.
Η ανακοίνωση συνέπεσε με τη νέα υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, καθώς οι ενεργειακές αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις προοπτικές αποκλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων.
Τη Δευτέρα, οι τιμές του πετρελαίου είχαν καταγράψει απώλειες άνω του 7%, μετά τα μηνύματα που εξέπεμψαν οι δύο πλευρές ότι παραμένουν ανοιχτές σε συνομιλίες για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης.
Προηγουμένως, οι αγορές είχαν ενσωματώσει στις τιμές τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα το πετρέλαιο να έχει ενισχυθεί περισσότερο από 10% στη διάρκεια του Οκτωβρίου.
Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί, ωστόσο, να χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια, ενώ παραμένει ο κίνδυνος επανέναρξης εκτεταμένων εχθροπραξιών.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται η Wall Street Journal, η Ουάσιγκτον πραγματοποίησε επίθεση στο ιρανικό νησί Κεσμ. Οι ίδιοι αξιωματούχοι ανέφεραν ότι οι ΗΠΑ πραγματοποιούν «περιορισμένα πλήγματα» εναντίον του Ιράν τις τελευταίες εβδομάδες.
Όπως σημειώνει το δημοσίευμα, η εκστρατεία κατά του Ιράν διατηρείται σκόπιμα σε χαμηλό επίπεδο δημοσιότητας, ώστε να μην καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι η αμερικανική κυβέρνηση προετοιμάζει μεγάλης κλίμακας κλιμάκωση των επιχειρήσεων. Η πληροφορία αποδίδεται σε αξιωματούχο που μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας.
Παρά τη συνέχιση των στρατιωτικών πληγμάτων, η κυβέρνηση Τραμπ προβάλλει ταυτόχρονα την προοπτική διπλωματικής διευθέτησης της σύγκρουσης.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δήλωσε στο CNN ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζονται αισιόδοξοι για τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας μέσω διαπραγματεύσεων.
«Τόσο ο πρόεδρος όσο και εγώ αισθανόμαστε πολύ αισιόδοξοι για την προοπτική να καταλήξουμε ενδεχομένως σε μια συμφωνία μέσω διαπραγματεύσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Την Κυριακή, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε δηλώσει ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί να επιλύσει τον πόλεμο με το Ιράν «μέσω της διπλωματίας», υπογραμμίζοντας ότι προτιμά να αποφύγει τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου έχουν συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση του πληθωρισμού και στην αύξηση των τιμών της βενζίνης στις ΗΠΑ, εξελίξεις που έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό στον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις, δυσκολεύοντας παράλληλα το έργο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). Την περασμένη εβδομάδα, δύο πρόεδροι περιφερειακών τραπεζών της Fed εκτίμησαν ότι τα επιτόκια θα χρειαστεί να αυξηθούν περαιτέρω προκειμένου να περιοριστεί ο πληθωρισμός.
