Μία ιδιαίτερα αποκαλυπτική εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται σήμερα οι πολίτες στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη σκιαγραφεί το 5ο «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», που παρουσιάστηκε το Σάββατο 17 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις», του επενδυτή και αναλυτή Ηλία Παπαγεωργιάδη. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό του blog του κ. Παπαγεωργιάδη, ενώ τα ευρήματά της παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν επί σκηνής από τον επ. καθηγητή και διευθυντή της Μονάδας Γιώργο Σιάκα, τον δημοσιογράφο Παύλο Πανταζόπουλο και τον διοργανωτή της εκδήλωσης. Το δείγμα περιλάμβανε 1.500 άτομα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης.
Το «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων» αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια που ξεκίνησε στην Ελλάδα το 2023 για την αποτύπωση του «παλμού» της αγοράς και των προσδοκιών των πολιτών, με τη βασική παραδοχή ότι «η αγορά είναι πρώτα απ’ όλα ψυχολογία». Με δεδομένο ότι οι τιμές πολλών παλαιών διαμερισμάτων έχουν πλησιάσει επικίνδυνα εκείνες των νεόδμητων, το φετινό Βαρόμετρο περιέλαβε για πρώτη φορά ένα κρίσιμο ερώτημα, πότε είναι πραγματικά ελκυστικό το παλιό ακίνητο έναντι του νέου, όταν τα χαρακτηριστικά τους είναι ίδια και η μόνη διαφορά αφορά την ηλικία της κατασκευής.

Στο υποθετικό αυτό σενάριο, όταν το παλιό ακίνητο κοστίζει μόλις 20% λιγότερο από το νεόδμητο, το 67% όσων δηλώνουν αγοραστές εξακολουθεί να προτιμά το νέο διαμέρισμα και μόλις το 31% στρέφεται στο παλιό. Όταν όμως η διαφορά τιμής φτάνει το 30%, τότε η εικόνα αντιστρέφεται, με το 56% να επιλέγει το παλιό ακίνητο και το 38% το νεόδμητο. Αντίστοιχα, στη ζωντανή ψηφοφορία κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, περισσότεροι από 800 συμμετέχοντες έκριναν και αυτοί ως «δίκαιη» διαφορά το όριο του 30%.
Όπως σχολίασε ο Ηλίας Παπαγεωργιάδης, απέναντι στις υπερβολές που παρατηρούνται σήμερα στην αγορά, οι αγοραστές δείχνουν ξεκάθαρα ότι θέλουν ουσιαστική έκπτωση για να επιλέξουν ένα παλιό διαμέρισμα όταν τα χαρακτηριστικά είναι ίδια. «Το όριο του 25%–30% είναι αυτό που αλλάζει τη στάση τους. Αν οι πωλητές θέλουν πραγματικά να πουλήσουν, καλό είναι να το λάβουν σοβαρά υπόψη», τόνισε.
Οι πωλητές είναι σχεδόν διπλάσιοι από τους αγοραστές
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι, την ίδια ώρα, η συρρίκνωση της αγοραστικής βάσης. Το ποσοστό όσων δηλώνουν αγοραστές μειώθηκε από 23% στο 19%, ενώ εκείνοι που σκοπεύουν να αγοράσουν «άμεσα, εντός εξαμήνου ή εντός του έτους» υποχώρησαν από 34% τον Νοέμβριο του 2024 στο 23% σήμερα. Στην πράξη, μόλις το 4,37% των ερωτώμενων δηλώνουν αγοραστές που σκοπεύουν να προχωρήσουν σε αγορά ακινήτου εντός των επόμενων 12 μηνών. Με τους πωλητές να παραμένουν σταθερά στο 8%, προκύπτει ότι οι πωλητές είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τους πραγματικούς αγοραστές, γεγονός που αποτυπώνει με σαφήνεια τη σταδιακή κόπωση της ζήτησης.

Πώς θα λυθεί το στεγαστικό πρόβλημα
Το στεγαστικό πρόβλημα εξακολουθεί να καταγράφεται ως ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά ζητήματα. Το 89% των πολιτών το χαρακτηρίζει «αρκετά μεγάλο ή πολύ μεγάλο πρόβλημα», ποσοστό που παραμένει σταθερό σε όλα τα Βαρόμετρα, ενώ ένα ακόμη 10% το θεωρεί «μικρό πρόβλημα». Παράλληλα, το 17% δηλώνει ότι διαθέτει κατοικία που παραμένει κλειστή. Σε αυτούς τους ιδιοκτήτες τέθηκε το ερώτημα ποια κίνητρα θα τους έπειθαν να ανοίξουν το ακίνητό τους. Η μείωση της φορολογίας, η γενναία επιδότηση για ενεργειακή αναβάθμιση και τα μέτρα ουσιαστικής προστασίας των ιδιοκτητών αναδείχθηκαν ως οι ισχυρότεροι παράγοντες, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι απλώς περιμένει περαιτέρω άνοδο των τιμών και ένα μικρό αλλά σταθερό τμήμα απαντά ότι δεν θα ανοίξει το ακίνητό του για κανέναν λόγο.
«Ο πιο άμεσος και οικονομικά ανώδυνος τρόπος για να ανοίξουν τα κλειστά σπίτια είναι να προστατευθούν ουσιαστικά οι ιδιοκτήτες», τόνισε ο Ηλίας Παπαγεωργιάδης, επισημαίνοντας ότι το πιστοποιητικό φερεγγυότητας και συναφή μέτρα μπορούν να δώσουν τη σιγουριά που χρειάζεται η αγορά. Όπως πρόσθεσε, η τριετής φοροαπαλλαγή για τα κλειστά ακίνητα μπορεί επίσης να λειτουργήσει καταλυτικά, υπό την προϋπόθεση ότι θα μονιμοποιηθεί ώστε να γίνει συνείδηση στον κόσμο.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα για το πρόγραμμα «Το Σπίτι μου 2». Το 77% των πολιτών θεωρεί ότι το πρόγραμμα οδήγησε σε άνοδο των τιμών πώλησης των κατοικιών, με σχεδόν τέσσερις στους δέκα να μιλούν για αύξηση άνω του 10% και ένα αντίστοιχο ποσοστό για αύξηση έως 10%. Μόλις το 13% εκτιμά ότι οι τιμές παρέμειναν σταθερές και το 2% ότι μειώθηκαν. Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στα ενοίκια, όπου το 82% θεωρεί ότι αυξήθηκαν έως ή και πάνω από 10%, με το ποσοστό αυτό να φτάνει το 87% στην ομάδα των ενεργών αγοραστών που αναζητούν κατοικία.