Οικοδομή: Παρέμβαση τεσσάρων κατασκευαστών στο ΣτΕ υπέρ του περιβαλλοντικού ισοδύναμου

Νέα σύγκρουση δήμων και κατασκευαστών για τη διαχείριση των ακυρωμένων αδειών μετά τον ΝΟΚ. Τι ζητούν οι κατασκευαστές από το ΣτΕ

ΝΟΚ - Οικοδομή © Eurokinissi

Παρέμβαση υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του Προεδρικού Διατάγματος 94/2025 του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατέθεσαν στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας τέσσερις κατασκευαστικές και τεχνικές εταιρείες, εν όψει της συζήτησης, στις 6 Μαρτίου 2026, της αίτησης ακύρωσης που έχουν ασκήσει ο Δήμος Αλίμου, καθώς και οι Δήμοι Κηφισιάς, Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης και Φιλοθέης-Ψυχικού. Στην ουσία, οι εταιρείες ζητούν από το ανώτατο δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή των δήμων και να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα που ρυθμίζει το πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες από την ακύρωση οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί νόμιμα με βάση τα κίνητρα του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ).

Την παρέμβαση έχουν ασκήσει σύμφωνα με το δικόγραφο που έχει στην κατοχή του το powergame.gr τέσσερις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον Δήμο Αλίμου και είναι δικαιούχοι οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν τα έτη 2022 και 2023, με εφαρμογή των τότε ισχυουσών διατάξεων του ΝΟΚ, οι οποίες προέβλεπαν αυξημένους συντελεστές δόμησης και ειδικά πολεοδομικά κίνητρα.

Ωστόσο, μετά τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές βασικές διατάξεις του ΝΟΚ, οι άδειες αυτές βρέθηκαν στο επίκεντρο μαζικών ακυρώσεων. Δύο από τις άδειες των εταιρειών αυτών έχουν ήδη ακυρωθεί, έπειτα από προσφυγές του Δήμου Αλίμου, ενώ για τις άλλες δύο εκκρεμούν αιτήσεις ακύρωσης, οι οποίες αναμένεται να κριθούν με το ίδιο νομικό σκεπτικό. Πρόκειται, δηλαδή, για άδειες που εκδόθηκαν νόμιμα, αλλά αμφισβητούνται εκ των υστέρων λόγω της μεταβολής της νομολογίας και όχι λόγω παραβάσεων των ίδιων των κατασκευαστών.

Όπως επισημαίνουν οι εταιρείες στην παρέμβασή τους, σε τρεις από τις τέσσερις περιπτώσεις οι οικοδομές είχαν ήδη ολοκληρωθεί πριν από την έκδοση των ακυρωτικών αποφάσεων, χωρίς να έχει διαταχθεί αναστολή οικοδομικών εργασιών από τη διοίκηση ή τη Δικαιοσύνη. Μόνο μία άδεια δεν είχε προλάβει να υλοποιηθεί πλήρως. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι εταιρείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την ίδια συνέπεια,  την ακύρωση ή την επικείμενη ακύρωση αδειών, όχι λόγω δικής τους παρανομίας, αλλά λόγω της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας του ίδιου του νομοθετικού πλαισίου.

Στο σημείο αυτό, οι παρεμβαίνουσες κάνουν λόγο για παραβίαση θεμελιωδών αρχών του δικαίου, όπως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του διοικούμενου και η χρηστή διοίκηση. Επιπλέον, θέτουν ζήτημα άνισης μεταχείρισης, καθώς άλλες οικοδομικές άδειες που είχαν ξεκινήσει να υλοποιούνται πριν από την 11η Δεκεμβρίου 2024 εξαιρέθηκαν από τα αναδρομικά αποτελέσματα των αποφάσεων, ενώ οι δικές τους δεν εξαιρέθηκαν αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι εκκρεμούσε δικαστική κρίση.

Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο μηχανισμός του περιβαλλοντικού ισοδύναμου, τον οποίο εισήγαγε το Προεδρικό Διάταγμα 94/2025. Το περιβαλλοντικό ισοδύναμο δεν συνιστά μηχανισμό «νομιμοποίησης» ακυρωμένων οικοδομικών αδειών, ούτε επιχειρεί να αναιρέσει τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αντίθετα, πρόκειται για ένα εργαλείο διαχείρισης μιας ήδη διαμορφωμένης κατάστασης, βασισμένο στην παραδοχή ότι η περιβαλλοντική επιβάρυνση από τις συγκεκριμένες κατασκευές έχει σε μεγάλο βαθμό ήδη συντελεστεί.

Αντί της κατεδάφισης, το διάταγμα προβλέπει τη δυνατότητα επανέκδοσης των οικοδομικών αδειών υπό αυστηρές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία παίζουν τα Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικού Ισοδύναμου Αναβάθμισης Πόλεων, τα οποία εκπονούνται με ευθύνη της διοίκησης και εξετάζουν συνολικά τις επιπτώσεις των επίμαχων οικοδομών σε επίπεδο δήμου ή δημοτικής ενότητας. Στο πλαίσιο αυτό, διενεργείται περιβαλλοντικός προέλεγχος, ώστε να κριθεί αν απαιτείται ή όχι στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση.

Εφόσον από τον προέλεγχο προκύψει ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι περιορισμένες, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει χωρίς ΣΜΠΕ. Αν, όμως, διαπιστωθούν σοβαρές επιπτώσεις, τότε απαιτείται πλήρης στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση και έγκριση του σχεδίου πριν από οποιαδήποτε επανέκδοση άδειας ή συνέχιση εργασιών. Με τον τρόπο αυτόν, το διάταγμα συνδέει ρητά τη διατήρηση των οικοδομών με έναν ουσιαστικό περιβαλλοντικό έλεγχο.

Κεντρικό στοιχείο του μηχανισμού είναι επίσης η καταβολή τέλους περιβαλλοντικού ισοδύναμου από τους ιδιοκτήτες και τους εργολάβους. Το τέλος αυτό, το οποίο -όπως επισημαίνεται στο δικόγραφο- δεν είναι ευτελές, καταβάλλεται υπέρ των οικείων δήμων και προορίζεται αποκλειστικά για έργα περιβαλλοντικής και αστικής αναβάθμισης, όπως η δημιουργία ή ενίσχυση κοινόχρηστων χώρων και δικτύων πρασίνου. Στόχος είναι η αντιστάθμιση της επιβάρυνσης που προκάλεσε η χρήση των κινήτρων δόμησης του ΝΟΚ.

Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι το περιβαλλοντικό ισοδύναμο αποτελεί θεμιτό και συνταγματικά ανεκτό μηχανισμό, καθώς δεν παραγνωρίζει την περιβαλλοντική διάσταση, αλλά επιχειρεί να τη θεραπεύσει με συγκεκριμένα και μετρήσιμα μέτρα. Υπενθυμίζουν, μάλιστα, ότι κατά την επεξεργασία του Προεδρικού Διατάγματος το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αναγνωρίσει τον δημόσιο σκοπό που αυτό υπηρετεί, δηλαδή την αποτροπή δημιουργίας ημιτελών ή εγκαταλελειμμένων κτιρίων που θα υποβάθμιζαν το αστικό περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την οικονομική ζωή των πόλεων.

Κατά τις παρεμβαίνουσες εταιρείες, η ακύρωση του Προεδρικού Διατάγματος 94/2025 θα οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο. Οι οικοδομές που ανεγέρθηκαν με νόμιμες άδειες δεν θα μπορούν ούτε να διατηρηθούν ούτε να αντιμετωπιστούν με τρόπο αντίστοιχο των αυθαίρετων, για τα οποία η νομοθεσία προβλέπει διαδικασίες τακτοποίησης. Το αποτέλεσμα, όπως προειδοποιούν, θα είναι η δημιουργία «αστικών κουφαριών», με σοβαρές συνέπειες για το περιβάλλον, την ασφάλεια δικαίου και τους πολίτες που επένδυσαν καλόπιστα σε νεόδμητα ακίνητα.

Με την παρέμβασή τους ζητούν από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας να αναγνωρίσει το έννομο συμφέρον τους, να απορρίψει την αίτηση ακύρωσης των δήμων και να διατηρήσει σε ισχύ το Προεδρικό Διάταγμα 94/2025, υποστηρίζοντας ότι αυτό συνιστά μια αναγκαία και μεταβατική λύση για την ορθολογική διαχείριση μιας κρίσης που έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα τόσο στον αστικό χώρο όσο και στον κατασκευαστικό κλάδο.

Η στάση των δήμων

Από την άλλη πλευρά, οι δήμοι που έχουν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας υποστηρίζουν ότι τόσο ο νόμος 5197/2025 όσο και το Προεδρικό Διάταγμα 94/2025 παραβιάζουν βασικές συνταγματικές και περιβαλλοντικές αρχές και οδηγούν, στην πράξη, σε έμμεση αναβίωση οικοδομικών αδειών που έχουν ήδη ακυρωθεί δικαστικά. Κατά την άποψή τους, το πλαίσιο του περιβαλλοντικού ισοδύναμου αλλοιώνει την ουσία των ακυρωτικών αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ και υπονομεύει την προστασία του οικιστικού και φυσικού περιβάλλοντος.

Οι δήμοι ισχυρίζονται ότι οι ρυθμίσεις του διατάγματος έχουν καθαρά πολεοδομικό χαρακτήρα, καθώς επηρεάζουν άμεσα τους όρους δόμησης και τη φυσιογνωμία ολόκληρων περιοχών, χωρίς όμως να προηγείται ολοκληρωμένος πολεοδομικός σχεδιασμός και χωρίς να έχουν εκπονηθεί οι απαιτούμενες επιστημονικές μελέτες. Όπως υποστηρίζουν, η θέσπιση των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικού Ισοδύναμου δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα Τοπικά ή Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, ούτε να λειτουργήσει ως «εργαλείο διόρθωσης» επιλογών που κρίθηκαν αντισυνταγματικές.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν οι δήμοι και στο ζήτημα της περιβαλλοντικής αξιολόγησης. Κατά την άποψή τους, το Προεδρικό Διάταγμα θα έπρεπε να έχει προηγουμένως υποβληθεί σε στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία 2001/42/ΕΚ, καθώς εισάγει ένα γενικό πλαίσιο που μπορεί να έχει σωρευτικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η απουσία ΣΜΠΕ, όπως υποστηρίζουν, καθιστά το διάταγμα νομικά ελαττωματικό και αντίθετο στο ενωσιακό δίκαιο.

Παράλληλα, οι δήμοι θεωρούν ότι με το νέο πλαίσιο διευρύνεται υπέρμετρα η έννοια της «έναρξης οικοδομικών εργασιών», γεγονός που επιτρέπει να υπαχθούν στον μηχανισμό του περιβαλλοντικού ισοδύναμου οικοδομές που, κατά την άποψή τους, δεν θα έπρεπε να προστατευθούν από τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας του ΝΟΚ. Στο πλαίσιο αυτό, κάνουν λόγο για καταστρατήγηση των αποφάσεων του ΣτΕ και για ανεπίτρεπτη διοικητική παρέμβαση σε εκκρεμείς δικαστικές διαφορές.

Επιπλέον, οι προσφεύγοντες δήμοι υποστηρίζουν ότι το περιβαλλοντικό ισοδύναμο δεν αποτελεί πραγματική αποκατάσταση της περιβαλλοντικής βλάβης, αλλά έναν μηχανισμό οικονομικής εξαγοράς της υπέρβασης της δόμησης. Κατά την άποψή τους, η καταβολή τέλους, ακόμη και αν χρηματοδοτεί έργα πρασίνου, δεν μπορεί να αντισταθμίσει την αλλοίωση της κλίμακας και της πυκνότητας δόμησης σε ήδη επιβαρυμένες αστικές περιοχές.

Τέλος, οι δήμοι προβάλλουν ότι το επίμαχο πλαίσιο εξυπηρετεί πρωτίστως ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα και όχι το δημόσιο συμφέρον, υποστηρίζοντας ότι δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, την αντιμετώπιση των ακυρωτικών αποφάσεων όχι ως οριστικών κρίσεων, αλλά ως εμποδίων που μπορούν να παρακαμφθούν με μεταγενέστερες κανονιστικές ρυθμίσεις. Για τον λόγο αυτόν, ζητούν την ακύρωση του Προεδρικού Διατάγματος 94/2025, θεωρώντας ότι μόνο έτσι διασφαλίζονται η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος και ο σεβασμός στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.