Η ανάπτυξη περίπου 10.500 νέων κατοικιών για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων έως το 2040 συνιστά ένα από τα πιο εκτεταμένα και μακροπρόθεσμα προγράμματα δημόσιας στεγαστικής παρέμβασης που έχουν σχεδιαστεί ποτέ στην Ελλάδα. Το σχέδιο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπως αποτυπώνεται αναλυτικά στο Ενιαίο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής (ΕΣΚυΠ) 2026, δεν αφορά απλώς την κατασκευή νέων στρατιωτικών οικημάτων, αλλά τη συνολική αναδιάρθρωση του τρόπου με τον οποίο η ακίνητη περιουσία των Ενόπλων Δυνάμεων διαχειρίζεται, αξιοποιείται και επανεπενδύεται για στεγαστικούς σκοπούς.
Η αφετηρία του σχεδίου βρίσκεται στη διαπίστωση ότι το υφιστάμενο μοντέλο στρατιωτικής στέγασης, βασισμένο σε παλαιά οικήματα, διάσπαρτες αρμοδιότητες και περιορισμένη αξιοποίηση ακινήτων, δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες του προσωπικού. Το στεγαστικό κόστος σε νησιά, παραμεθόριες περιοχές και μεγάλα αστικά κέντρα έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθιστώντας τη μόνιμη ή μακροχρόνια εγκατάσταση στελεχών εξαιρετικά δύσκολη. Παράλληλα, μεγάλα τμήματα της ακίνητης περιουσίας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας παρέμεναν επί δεκαετίες υποαξιοποιημένα ή πλήρως ανενεργά.
Για την αντιμετώπιση αυτών των στρεβλώσεων, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί στη συγκρότηση ενός νέου, κεντρικού μοντέλου διαχείρισης, με την πλήρη ενεργοποίηση εντός του 2026 του Ενιαίου Φορέα Αξιοποίησης της Ακίνητης Περιουσίας και Εκσυγχρονισμού των Κτιριακών Υποδομών. Ο φορέας αυτός, σε στενή συνεργασία με το Ταμείο Ακινήτων Εθνικής Άμυνας, αναλαμβάνει την ενιαία εποπτεία όλων των στρατιωτικών ακινήτων, από στρατόπεδα και οικόπεδα έως αστικά κτίρια και εγκαταστάσεις ειδικής χρήσης. Η λειτουργία του φορέα συνοδεύεται από συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο, διαδικασίες αξιοποίησης, οικονομική παρακολούθηση και στόχο τη μετατροπή της ακίνητης περιουσίας σε σταθερή πηγή χρηματοδότησης του στεγαστικού προγράμματος.
10.500 νέες κατοικίες με αυτοχρηματοδοτούμενο μοντέλο ανάπτυξης
Κεντρική επιλογή του σχεδίου είναι ότι τα έσοδα που θα προκύπτουν από μισθώσεις, εκμεταλλεύσεις ή άλλες μορφές αξιοποίησης στρατιωτικών ακινήτων δεν θα κατευθύνονται στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά θα επιστρέφουν αποκλειστικά στο ίδιο το σύστημα στρατιωτικής στέγασης. Με αυτόν τον τρόπο το πρόγραμμα των 10.500 νέων κατοικιών επιχειρεί να αποκτήσει χαρακτήρα αυτοχρηματοδοτούμενου μηχανισμού, μειώνοντας τη δημοσιονομική εξάρτηση και επιτρέποντας μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η υλοποίηση του προγράμματος ξεκινά ήδη από το 2026, με έναν πρώτο, απολύτως συγκεκριμένο κύκλο έργων, που αποτυπώνεται λεπτομερώς στο ΕΣΚυΠ. Στο Καστελόριζο προβλέπεται η υπογραφή σύμβασης για την κατασκευή τεσσάρων νέων διώροφων κτιρίων, με τρία διαμερίσματα το καθένα, έως το τρίτο τρίμηνο του 2026. Η επιλογή της περιοχής δεν είναι τυχαία, καθώς συνδυάζει υψηλό στεγαστικό κόστος, περιορισμένη προσφορά κατοικίας και αυξημένη γεωστρατηγική σημασία. Στόχος είναι η εξασφάλιση μόνιμης και αξιοπρεπούς στέγασης για τα στελέχη που υπηρετούν στο νησί, χωρίς εξάρτηση από την τοπική αγορά.
Παράλληλα, εντός του τέταρτου τριμήνου του 2026 ολοκληρώνονται έργα κατασκευής συγκροτημάτων δεκατριών διαμερισμάτων σε τρία στρατόπεδα του Ανατολικού Αιγαίου: στο Στρατόπεδο Μενουδάκου στην Καλλονή Λέσβου, στο Στρατόπεδο Κουντουριώτη στη Μύρινα Λήμνου και στο Στρατόπεδο Δημητρίου Χίου στη Δημοτική Ενότητα Καρλοβασίου της Σάμου. Τα έργα αυτά εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό ενίσχυσης της στρατιωτικής παρουσίας στα νησιά, όπου οι δυσκολίες στέγασης αποτελούν διαχρονικό ανασταλτικό παράγοντα για τη στελέχωση μονάδων.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΕΣΚυΠ καταγράφει την πρόοδο ενός εκτεταμένου προγράμματος κατασκευής είκοσι δύο συγκροτημάτων των δεκατριών διαμερισμάτων σε στρατόπεδα της Χίου, της Κω, της Ρόδου, της Σάμου, της Λέσβου και της Λήμνου. Τα έργα αυτά βρίσκονται σε ποσοστό υλοποίησης περίπου 80% και προβλέπεται να έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026, δημιουργώντας έναν κρίσιμο πυρήνα νέας στρατιωτικής στέγης στο Ανατολικό Αιγαίο.
Η ηπειρωτική χώρα αποτελεί τον δεύτερο βασικό άξονα του σχεδίου. Στο Χαϊδάρι προβλέπεται η ολοκλήρωση της κατασκευής είκοσι τεσσάρων στρατιωτικών οικημάτων στο Στρατόπεδο Καραϊσκάκη Β’, καλύπτοντας ανάγκες προσωπικού σε μία από τις πιο ακριβές περιοχές της Αττικής. Στη Δημοτική Ενότητα Αλεξανδρούπολης προχωρεί η κατασκευή τεσσάρων συγκροτημάτων στρατιωτικής στέγασης, ενώ στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, και συγκεκριμένα σε Ορεστιάδα και Ξάνθη, υλοποιείται η κατασκευή έξι συγκροτημάτων των δεκατριών διαμερισμάτων σε στρατόπεδα, επίσης με ποσοστό ολοκλήρωσης 80% έως το τέλος του 2026. Η έμφαση στον Έβρο και τη Θράκη αντανακλά τόσο τις αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες όσο και τις δυσκολίες προσέλκυσης και παραμονής προσωπικού.
Πέρα από τις νέες κατασκευές, το σχέδιο των Ενόπλων Δυνάμεων περιλαμβάνει και ένα εξίσου φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης υφιστάμενων κατοικιών. Συνολικά, προβλέπεται η ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση 7.030 στρατιωτικών οικημάτων, με παρεμβάσεις που αφορούν τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, την ανακατασκευή κοινόχρηστων χώρων και την προσαρμογή των κατοικιών στις σύγχρονες ανάγκες διαβίωσης οικογενειών.
Το στεγαστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά εντάσσεται σε έναν ευρύτερο κυβερνητικό σχεδιασμό για τη στέγη, σε συνεργασία με το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται η αξιοποίηση τριών ανενεργών στρατοπέδων για την ανάπτυξη περίπου 1.300 κατοικιών κοινωνικής και προσιτής στέγης, με χρηματοδότηση από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και προκήρυξη των σχετικών διαγωνισμών έως το τέλος του 2026. Παράλληλα, προωθείται το θεσμικό εργαλείο της κοινωνικής αντιπαροχής, μέσω του οποίου δημόσια ακίνητα παραχωρούνται για την παραγωγή κατοικιών που διατίθενται με κοινωνική μίσθωση και δυνατότητα εξαγοράς.
Συνολικά, το σχέδιο για την ανάπτυξη 10.500 νέων κατοικιών από τις Ένοπλες Δυνάμεις σηματοδοτεί μια βαθιά μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ακίνητη περιουσία. Από αποσπασματικό και παθητικό στοιχείο, μετατρέπεται σε ενεργό εργαλείο στεγαστικής πολιτικής, επιχειρησιακής ενίσχυσης και κοινωνικής συνοχής. Η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από την ταχύτητα υλοποίησης, την αποτελεσματικότητα του νέου φορέα διαχείρισης και τη δυνατότητα διατήρησης ενός σταθερού χρηματοδοτικού κύκλου, σε μια περίοδο που το στεγαστικό ζήτημα παραμένει από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική κοινωνία.