Η αγορά των πλειστηριασμών ακινήτων εμφανίζεται πλέον σαφώς μετασχηματισμένη, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία να καταγράφουν μια ουσιαστική αλλαγή τόσο στη δομή των τιμών όσο και στη συνολική λειτουργία της. Η εικόνα που διαμορφώνεται απέχει από το παρελθόν των «ευκαιριών», καθώς οι τιμές κινούνται ανοδικά και τα πολύ χαμηλά τιμήματα περιορίζονται αισθητά, ενώ η αγορά προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά της ελεύθερης κτηματαγοράς.
Σύμφωνα με την έρευνα της Landea για το 2025, η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη διαμόρφωση της τιμής ανά τετραγωνικό μέτρο. Τα ακίνητα που πωλούνται κάτω από τα 800 ευρώ/τ.μ. έχουν περιοριστεί σημαντικά, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι εξαιρετικά χαμηλές τιμές δεν αποτελούν πλέον τον βασικό πυλώνα των πλειστηριασμών . Την ίδια στιγμή, ενισχύεται η παρουσία ακινήτων υψηλότερης αξίας, με το 38,8% των συναλλαγών να αφορά ακίνητα άνω των 1.601 ευρώ/τ.μ., ποσοστό που αποτυπώνει τη συνολική αναβάθμιση των τιμών. Ανάμεσα στα δύο άκρα, το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς συγκεντρώνεται πλέον σε μεσαίες κατηγορίες τιμών, κυρίως μεταξύ 801 και 1.600 ευρώ/τ.μ., γεγονός που δείχνει ότι οι πλειστηριασμοί λειτουργούν πλέον σε ένα πιο «κανονικοποιημένο» εύρος αποτιμήσεων. Παρά την άνοδο, ένα 31,8% των ακινήτων εξακολουθεί να αποκτάται κάτω από τα 1.100 ευρώ/τ.μ., διατηρώντας έναν περιορισμένο αλλά υπαρκτό χώρο για πιο προσιτές επιλογές .
Σε επίπεδο συναλλακτικής δραστηριότητας, καταγράφηκε μια σχετική αποκλιμάκωση σε σύγκριση με το προηγούμενο διάστημα έντονης κινητικότητας. Ο αριθμός των ακινήτων που άλλαξαν χέρια διαμορφώθηκε σε 9.876, μειωμένος κατά 20,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ η συνολική αξία των συναλλαγών ανήλθε σε 1,12 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας πτώση 15,3% . Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα δείχνει ότι η αγορά παραμένει ισχυρή, καθώς τα επίπεδα αυτά εξακολουθούν να είναι υψηλότερα από εκείνα του 2022 και του 2023. Ενδεικτικά, το 2022 είχαν πραγματοποιηθεί 12.476 συναλλαγές, το 2023 8.750 και το 2024 9.379, ενώ η αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 1,13 δισ. ευρώ το 2023 και 1,32 δισ. ευρώ το 2024, πριν υποχωρήσει στα 1,12 δισ. ευρώ .
Παράλληλα, η γεωγραφική κατανομή της αγοράς μεταβλήθηκε ουσιαστικά, με την περιφέρεια να αναδεικνύεται σε κυρίαρχο πεδίο δραστηριότητας. Για πρώτη φορά, συγκέντρωσε το 53,4% των αγορών, ξεπερνώντας την Αττική και τη Θεσσαλονίκη . Η μετατόπιση αυτή δεν ήταν στιγμιαία, αλλά εντάσσεται σε μια σταδιακή τάση των τελευταίων ετών, καθώς το μερίδιο των μεγάλων αστικών κέντρων μειώθηκε από 59,5% το 2022 σε 46,6%, ενώ της περιφέρειας αυξήθηκε από 40,5% σε 53,4%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με τη μείωση της διαθεσιμότητας ελκυστικών ακινήτων πλήρους κυριότητας στα αστικά κέντρα όσο και με την αναζήτηση πιο προσιτών επιλογών εκτός αυτών.
Η διαφοροποίηση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας αποτυπώνεται και στα επιμέρους στοιχεία. Οι αγορές σε Αττική και Θεσσαλονίκη κατέγραψαν σημαντική πτώση, κατά 29,3% και 26,1% αντίστοιχα, ενώ σε αρκετές περιοχές της περιφέρειας σημειώθηκαν εντυπωσιακές αυξήσεις, όπως στα Γρεβενά (+118%), στη Φωκίδα (+91%) και στην Κεφαλονιά και Ιθάκη (+74%), αλλά και σε Ρέθυμνο και Λάρισα (+46%) . Η εικόνα αυτή υποδηλώνει τη δημιουργία νέων επενδυτικών «πόλων» πέρα από τα παραδοσιακά αστικά κέντρα.
Σε ό,τι αφορά τον ανταγωνισμό, η αγορά εμφανίζει διαφοροποιήσεις, αλλά όχι ακραίες πιέσεις. Στην περιφέρεια, το 79,5% των ακινήτων κατακυρώνεται στην τιμή εκκίνησης, γεγονός που υποδηλώνει περιορισμένη ένταση ζήτησης, ενώ σε Αττική και Θεσσαλονίκη το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 65,4%, αντανακλώντας μεγαλύτερη συγκέντρωση ενδιαφέροντος . Παράλληλα, η πλειονότητα των συναλλαγών ολοκληρώνεται με ήπιες αυξήσεις, καθώς το 72,1% των ακινήτων στα μεγάλα αστικά κέντρα και το 84,1% στην περιφέρεια πωλείται με αύξηση έως 10% από την τιμή εκκίνησης, ενώ οι αυξήσεις άνω του 20% περιορίζονται στο 19,3% και 10,6% αντίστοιχα .
Συνολικά, η αγορά των πλειστηριασμών εμφανίζεται πιο ώριμη, πιο οργανωμένη και πιο απαιτητική. Οι τιμές έχουν κινηθεί ανοδικά, τα πολύ φθηνά ακίνητα έχουν περιοριστεί και η δραστηριότητα έχει αναδιανεμηθεί γεωγραφικά, δημιουργώντας ένα νέο τοπίο. Σε αυτό το περιβάλλον, οι πλειστηριασμοί εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εργαλείο απόκτησης ακινήτων, ωστόσο η εύρεση πραγματικών ευκαιριών προϋποθέτει πλέον μεγαλύτερη εξειδίκευση, πληροφόρηση και στρατηγική προσέγγιση.