Φουντώνει ξανά η αντιπαράθεση για τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας, μετά την πρόσφατη απόφαση της Περιφέρειας Αττικής να προχωρήσει μετά από χρόνια τις διαδικασίες για την ανάπλαση τους, η οποία θα οδηγήσει στην ριζική αναβάθμιση ενός ιστορικού, αλλά σήμερα έντονα υποβαθμισμένου συγκροτήματος. Οι ανακοινώσεις αυτές ωστόσο προκάλεσαν για ακόμη μια φορά έντονες αντιδράσεις από την «Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών», η οποία κλιμακώνει την ένταση με καθημερινές κινητοποιήσεις και καλέσματα, ζητώντας την αναστολή των σχεδίων.
Το συγκρότημα των Προσφυγικών αποτελείται από οκτώ πολυκατοικίες, συνολικής επιφάνειας περίπου 17.215 τετραγωνικών μέτρων, και περιλαμβάνει 228 διαμερίσματα, επιφάνειας περίπου 50 τ.μ. το καθένα. Στην παρούσα φάση, το σχέδιο της Περιφέρειας αφορά την αποκατάσταση τεσσάρων κτιρίων και 108 διαμερισμάτων, που ανήκουν στη δικαιοδοσία της.
Συγκεκριμένα, ο περιφερειάρχης Αττικής, Νίκος Χαρδαλιάς, προ ημερών στην «Ειδική Συνεδρίαση Λογοδοσίας του ΠΕΣΥ Αττικής» περιέγραψε με έντονο τρόπο την κατάσταση των κτιρίων, κάνοντας λόγο για σοβαρή εγκατάλειψη και «τραγική» στατική επάρκεια. Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο ανάπλασης περιλαμβάνει εκτεταμένες παρεμβάσεις, δηλαδή την πλήρη ανακατασκευή των εσωτερικών χώρων, ενίσχυση του φέροντος οργανισμού, αποκατάσταση των εξωτερικών όψεων, καθώς και ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων. Βασική αρχή του σχεδιασμού είναι ότι δεν θα υπάρξει αλλοίωση της μορφολογίας των κτιρίων, καθώς πρόκειται για προστατευόμενο μνημειακό σύνολο.
Η χρήση των ανακαινισμένων διαμερισμάτων θα είναι αποκλειστικά για κοινωνική κατοικία. Τρία από τα τέσσερα κτίρια θα λειτουργήσουν ως κοινωνικές κατοικίες για ευάλωτες ομάδες, όπως άτομα με χαμηλό εισόδημα, νέοι ηλικίας 25 έως 39 ετών, άνεργοι και χαμηλοσυνταξιούχοι. Το τέταρτο κτίριο θα αξιοποιηθεί για τη φιλοξενία συνοδών ασθενών από το Νοσοκομείο Άγιος Σάββας, καλύπτοντας μια υπαρκτή ανάγκη σε ένα κρίσιμο κομμάτι του συστήματος υγείας. Όπως έχει τονιστεί, δεν προβλέπεται καμία εμπορική χρήση.
Η χρηματοδότηση του έργου, ύψους περίπου 15 εκατ. ευρώ, προέρχεται από ευρωπαϊκούς πόρους της Περιφέρειας Αττικής μέσω του ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ έχει προηγηθεί διαβούλευση με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενίσχυση δράσεων προσιτής στέγασης. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει δημοπράτηση εντός του πρώτου τριμήνου του 2026, συμβασιοποίηση εντός του ίδιου έτους και ολοκλήρωση έως το 2028.
Παρά την προώθηση του έργου, η κατάσταση στο πεδίο παραμένει ιδιαίτερα φορτισμένη. Σήμερα, σημαντικός αριθμός διαμερισμάτων βρίσκεται υπό κατάληψη, με περισσότερους από 400 ανθρώπους να κατοικούν στον χώρο. Οι συλλογικότητες και οι κάτοικοι αντιδρούν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η ανάπλαση θα οδηγήσει σε εκκένωση και εκτοπισμό, καθώς και στη διάλυση της κοινότητας που έχει δημιουργηθεί στα Προσφυγικά.Παράλληλα, προτείνεται ως εναλλακτική η παραμονή των κατοίκων και η αποκατάσταση των κτιρίων μέσω αυτοοργανωμένων σχημάτων, χωρίς κρατική χρηματοδότηση.
Οι αντιδράσεις αυτές έχουν λάβει καθημερινό χαρακτήρα. Πραγματοποιούνται συνεχώς καλέσματα, παρεμβάσεις και δράσεις αλληλεγγύης, με βασικό αίτημα τη διακοπή του σχεδιασμού της ανάπλασης. Στο επίκεντρο βρίσκεται και η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή, που ξεκίνησε στις 5 Φεβρουαρίου και έχει ξεπεράσει τις 50 ημέρες, με τους υποστηρικτές του να κάνουν λόγο για επιδείνωση της υγείας του και να προειδοποιούν για περαιτέρω κλιμάκωση.
Η ιστορία των Προσφυγικών
Τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας ανεγέρθηκαν το 1933, με σκοπό να στεγάσουν τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Πρόκειται για ένα ενιαίο συγκρότημα οκτώ πολυκατοικιών, που περιλαμβάνει συνολικά 228 διαμερίσματα, σχεδιασμένο από τους μηχανικούς Κ. Λάσκαρι και Δ. Κυριακό.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το συγκρότημα άρχισε σταδιακά να ερημώνει, καθώς πολλοί από τους αρχικούς κατοίκους το εγκατέλειψαν. Δεκαετίες αργότερα, το 2000, η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου απέκτησε 137 διαμερίσματα και προχώρησε σε σχέδιο κατεδάφισης έξι από τις οκτώ πολυκατοικίες. Η αντίδραση υπήρξε άμεση: κάτοικοι των Προσφυγικών, μαζί με κατοίκους των Αμπελοκήπων και φορείς όπως η Αρχιτεκτονική Σχολή, προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα το Συμβούλιο της Επικρατείας να ακυρώσει την κατεδάφιση.
Στη συνέχεια, το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε αρχικά δύο πολυκατοικίες ως διατηρητέες, ενώ το 2009 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο προχώρησε σε μια πιο καθοριστική απόφαση, τον χαρακτηρισμό ολόκληρου του συγκροτήματος ως μνημείου, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική του σημασία.
Το 2014, τα 137 διαμερίσματα μεταβιβάστηκαν στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), κίνηση που προκάλεσε νέες αντιδράσεις. Ο Δήμος Αθηναίων, με ομόφωνη απόφαση τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εξέφρασε την αντίθεσή του στην εκποίηση. Σήμερα, την ευθύνη για την αποκατάσταση και συντήρηση των κτιρίων έχει η Ανάπλαση Αθήνας ΑΕ, με σχεδιασμό που περιλαμβάνει τη χρήση τους για κοινωνική κατοικία, τη φιλοξενία συνοδών ασθενών του νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», καθώς και τη δημιουργία χώρων μνήμης αφιερωμένων στη Μικρασιατική Καταστροφή.
Παράλληλα, από το 2003, σε τμήμα του συγκροτήματος αναπτύχθηκε κατάληψη στέγης, η οποία από το 2009 απέκτησε πιο οργανωμένα χαρακτηριστικά, εξελισσόμενη σε μια μορφή αυτοοργανωμένης συλλογικής κατοίκησης και ενεργής γειτονιάς.
Σήμερα, η ανάπλαση επαναφέρει με ένταση το ερώτημα για το μέλλον του χώρου. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η ανάγκη διάσωσης ενός ιστορικού συγκροτήματος που βρίσκεται σε οριακή κατάσταση και η αξιοποίησή του για κοινωνική κατοικία. Από την άλλη, αναδεικνύεται η αγωνία των κατοίκων για εκτοπισμό και απώλεια της κοινότητας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα Προσφυγικά παραμένουν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία όπου η ιστορία, η κοινωνία και ο σύγχρονος αστικός σχεδιασμός συγκρούονται με ένταση που καθημερινά κλιμακώνεται.